SIREN

Saturday, August 9, 2008


''Mirror mirror where's the crystal palace

But I only can see myself

Skating around the truth who I am...''
read more “SIREN”

5/8/200;

Monday, August 4, 2008


Kαι τώρα τί κατάλαβες;

Να μούκλέβεις όσα βάνει του μυαλού το κοντύλι χαραγμένα στα μάτια μου. Να μην αφήνεις πεθυμιά να ριζώσει στον τόπο της. Τί ζήτησα μωρέ;; Μια θάλασσα και τούτη τη γαλήνη που λησμόνησε το ριζικό '' ενός ανθρώπου που ξαστόχησε''. Την αλμύρα να παιδεύει τα χείλη μου κι έναν άνεμο με σταρένιο χρώμα στη δορά του. Τί μου΄δωκες στις απαλάμες μου, ερημοσπίτη; Λίγο απο τον κουρνιαχτό της πόλης, μισόκλειστα πορτόφυλλα, την αδημονιά του χειμώνα. Τούτο είναι το σημείο που ψιθυρίζει ο σκοπός της ζωής '' πάλι από την αρχή'', να φτιάχνω χάρτινα καράβια μες τις χούφτες μου, στις πλάτες τους να κουβαλούν ονείρατα και πεθυμιές κι ένα σκαρί χαραγμένο πάνω στην αύριο που χόρτασε να περιμένει.
Περνούν οι μέρες σαν σκιές πάνω σε τοίχους. Κι εγώ πλέκω φαντάσματα , τυλίγω σπίτια κι ανθρώπους, σκυλιά που αλυχτάνε στα ξέφωτα, φίδια και μαρμαρυγές άστρων. Ωραίο το παιχνίδι, αρχοντά μου. Μα τώρα πια πήραν μορφή και τούτα κάτι βραδιές καμώνονται τα σώματα κι απλώνουν την ανάσα τους στο διάβα μου. Δεν τους μιλώ. Καμώνομαι του λόγου μου πως κείνα δεν υπάρχουν.
Πώς να μερέψεις τη ψυχή σου. Μού λες;;
read more “5/8/200;”

ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ

Friday, August 1, 2008

Λοιπόν, για πες μου, σε χειροκρότησαν; Εκεί που πήγες λέω, σε
χειροκρότησαν; Δεν μπορει, σαν άκουσαν εκείνη τη φράση σου '' η μελανείμων κόρη
του αιώνα μας'' ..ώ, τι μεγαλειώδης λέξη, κι εκείνη η ανάσα σου, τα χέρια
σου σαν ψαύανε τις γραμμές. Μα, θα πρέπει να ήσουν υπέροχος καλέ μου. Τελικά, η
ποιηση είναι το χειροκρότημα. Είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες πάνω στα καθίσματα
κάποιας χνοτισμένης αίθουσας, τα τυροπιτάκια παγωμένα, whisky με πάγο . Τα
χαμόγελα, μα ναι, ξέχασα τα χαμόγελα και η αδημονία που κρέμεται στα στόματα σαν
χασμουρητό. Αδημονία. Όχι, δεν είπα υπνηλία. Με συγχωρείτε. Πώς θα μπορούσα!!

Το τραπεζάκι, πάνω τα βιβλία- ανάγλυφα εξώφυλλα- ce magnific -
'' εδώ παρακαλώ'', κι εκείνη η μελωδία στο πιάνο χόρευε δίπλα στις λέξεις σου,
καλέ μου, δεν θυμάμαι πως είπε πως λεγόταν κι ένας αριθμός, ω ζαλίστηκα. Ο
πρόεδρος... , η σύζυγος..., ο Πρέσβης..., βουλευτής προς το παρόν Β
Αθη.... Αύριο όλες οι εφημερίδες. Χαμογελάστε... με κείνο το δρεπάνι που κάποτε
κρεμάσατε στα χέιλη σας. Ναι, μη μασάτε ταυτόχρονα. Δεν είναι
πρέπον.

Μη ξεχάσουμε... τις λεζάντες που θα γίνουν σκιά σου '' ποιητής-
συγγραφέας
- νομίζω αν θυμάμαι καλά πως είναι το ίδιο - .....'' και τη
φωτογραφία να διαβάζεις Ελύτη - Μπρετόν- Ελυάρ ( την Κική ξέχασα..) στο γραφείο
σου απο αφρικάνικο ξύλο.


''Αγάπη... ναι στο τάφο σου θα σκαλίσω με χρυσοποίκιλτη κλωστή
τη λέξη '' ποιητής''. Μην κλάψεις σαν τα εγγόνια σου ξεχάσουν το καντηλάκι σου
σβηστό και φάνε το αφρικάνικο ξύλο. Άλλες εποχές. Κι εσύ δεν μπόραγες ούτε
στις δικές σου να στεριώσεις ρίζες. Αλήθεια, ''εκσπερμάτωσες'' ποτέ
;

read more “ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ”

Wednesday, July 30, 2008


Ένα χαμόγελο...που έχω ακόμη την ανάσα σου στο πλάι μου. Απόψε δεν υπάρχουν φαντάσματα πίσω απ'τις καμινάδες, τα δέντρα. Μονάχα εσύ κι εγώ.

Και τα όνειρά μας να στήνουν χορό πάνω σε συρματοπλέγματα των ανθρώπων. Κρεμασμένα στα σχοινιά δίπλα στ'ασπρόρουχα κι ένας άνεμος όλο θυμό ξεκλέβει τη μυρωδιά σου.


Κρατώ τα λεπτά της ευτυχίας. Όσο άλλοι αργυρά νομίσματα. Δεν μετρώ. Μονάχα αφουγκράζομαι σταγόνες και ρινύσματα σαν αποξεχνιέται ο ήχος πάνω στη σκέπη μου. Βροχή και τούτη σήμερα, όλο καμώματα σταλάζει τη στέρφα γη. Απεγνωσμένες προσπάθειες να θυμωνιάσω τα στάχυα της στις χούφτες. Και χύνεται η σιωπή με απελπισία πίσω απο τα πορτόφυλλα της μέρας...
read more “ ”

ONLY IF I...

Monday, July 28, 2008

Σήμερα κι άλλες 10 .
Νύχτες.
Μετρώ,
πάνω σε σεντόνια που ξέφτισαν στων χρόνων,
τις ερωτοτροπίες,
τους ψίθυρους στα σκαλοπάτια , σαν ξαποσταίνουν πάνω στη πέτρα
την πρύμνη που σκάλιζες για να χαράξεις περάσματα στη θάλασσα .
Το ηλιοβασίλεμα, φίλε μου. Κι εκείνες οι μπογιές σαν έπεσαν απ'τα χέρια σου γινήκανε κουπιά. Κι είπες τούτα θα γίνουν τα πινέλα πάνω στα χέρια των ανθρώπων.
Άλλοι γύρευαν φτερά στις πλάτες τους, άλλοι κουπιά στα χέρια τα χλωμά.
Άλλοι πινέλα.
Ποιός ήρθε εκείνες τις μέρες στους στεργιανούς να μιλήσει για κύμματα, ήταν τις ώρες που είδα στα μάτια να λεφτερώνεται σκιαγμένη η κόχη -σαν χυμένο μολύβι- κι έπειτα στη στέγη τ'ὀυρανού να κρεμάει τον ίσκιο της. Μολυβένιο το φεγγάρι ετούτες τις μέρες. Σκιαγμένο.
Δεν το είδες, μονάχα σαν σού απόσωνα τα σημάδια στις χούφτες σου, χαμογέλαγες , τα πέρναγες λέει για βότσαλα. Κι ύστερα , τα πέταγες σε κάποια θάλασσα. Ποτέ μακρυά, φοβόσουν μη ναυαγήσουν τα καράβια απ'την πετριά που λάχτιζε το χέρι σου.
Ναυάγια τα μάτια σου. Ποιός φοβήθηκε για χάρη σου.
Σταθήκαμε να ξαποστάσουμε λίγο τη σιωπή που κένταγε όλη νύχτα τα πρόσωπά μας. Μας έπιασε ένα γέλιο αλαργινό και κάθε που έβρεχε ο ορίζοντας τον ήλιο, χαιδέυαμε την ηχώ που άλλη κραυγή δεν είχε. Μα γέλιο δεν θύμιζε. Κάτι σαν κύμα. Σαν συριγμός. Μα γέλιο δεν θύμιζε.
Την τελευταία φορά που σ'ἀντίκρυσα ....είχες έναν ανθισμένο κήπο κρυμμένο στον κόρφο σου και στα μάτια θέριευαν φλόγες κίτρινες , σαν χειμωνιάτικο πρωινό. Έκανες να φύγεις.
-Μη φύγεις.

Τώρα κρατώ το διακαμό σου. Αύριο...εσύ.


Αθήνα
Καλοκαίρι, 2011
read more “ONLY IF I...”

Sunday, July 27, 2008

''Δεν θέλω ανεμώνες κόκκινες, μαβιές και άσπρες, θέλω
να χώσω τη μούρη μου μες τα μαλλιά σου, που'ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.''

Μ. Χατζηλαζάρου
read more “ ”

υ.γ

Friday, July 25, 2008

Όλο και πιο πολύ... ομορφαίνεις. Παράξενο που ακόμη το προσέχω.
read more “υ.γ”

''ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ''

Monday, July 21, 2008


Ένα πρωινό σαν όλα τ'άλλα. Μένει ν' αναρωτηθείς γιατί δεν ερωτεύτηκες ποτέ ως τα τώρα. Και γιατί επέμενες να φωνάζεις με μιαν αλλόκοτη κραυγή πως πάλι θέριεψαν οι φτερούγες του έρωτα στις πλάτες σου. Ως εδώ καλά τα κατάφερες. Με τυλιγμένα τα μάτια στο μαντήλι της άβυσος, μπορεί κι έτσι. Έστω με νυχτωμένα βλέφαρα και ψεύτικα στιχάκια πάνω στους τοίχους. Με δακρυσμένα σεντόνια και πληγές που κακοφόρμισαν πλάι στα κύματα. Ουδείς εννοήσε την πλάνη, ουδείς την οφθαλμαπάτη, την αμέλεια μέσα στα καπέλα σου. Έψαξα τίτλο για το βιβλίο σου''Στις όχθες του Έρωτα'' ή κάπως έτσι, ευτυχώς που σβήστηκε το μελάνι απο την αλήθεια. Άλλες φορές σκέφτομαι πάλι τα επινίκια ενός μπεστ σέλερ, που δεν έζησε, δεν ένιωσε, δεν κοιμήθηκε στα κρεβάτια των άλλων, δεν αγάπησε τα κορμιά των άλλων. Τελικά, είμαι σίγουρη πως θα γίνόμουν μια επιτυχημένη συγγραφέας. Ή μήπως ποιήτρια; Ποιός τίτλος ταιριάζει , ποιός αγαπάει την αφέλεια να την κάμει δική του;

'' Το ερωτευμενο σύννεφο'', ίσως το πρώτο μη εικονογραφημένο πού χάιδεψαν τα χέρια μου...Η ζωή μάς περιπαίζει σαν γυάλινο βώλο στις χούφτες της καρδιά μου,και κάποιες φορές στοιβάζει παρθενικά στην αγγαλιά μας τίτλους αποκαρδιωτικούς, γραμμές άγαρμπες τραβηγμένες με μολύβι, σαν τα σκίτσα του Τσιφόρου.

Σαν εκείνο το πρώτο, το μη- εικονογραφημένο.
read more “''ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ''”

7η ΜΕΡΑ

Sunday, July 13, 2008



Χθες βράδυ, ξαπόστασα για λίγο στα σκαλοπάτια σου. Όχι πως το ήθελα. Μονάχα ο χρόνος φόρεσε ανάποδα τις φορεσιές του για το χατήρι της μορφή σου. Ξαγρύπνησε πλάι σε ξεκούρδιστα ρολόγια, μισοφεγγαράδες γιομάτες ήχους απο τριζόνια, λιλιπούτειους πραματευτάδες , μυρωδάτους ταρσανάδες πέρα στα βάθη της Ανατολής. Είπε, λοιπόν, να σού κάμει το χατήρι. Παραμύθια γι'απόψε. Απο κείνα που πλέκουν μαλαματένιοι αργαλειοί, που ξαγρυπνάνε στα σεντόνια της ξανθής κόρης, κείνα που πελεκάνε τους τρούλους και τα καμπανάρια μιας νυφιάτικης μέρας. Εσύ, πού στέκεσαι; Μέσα σ'όλα ετούτα...
''Η νύχτα απλώνει σαν το μελάνι πάνω στο μαντήλι'', έτσι δεν φώναξε κάποιος ποιητής χαράζοντας μ'ασήμι την απόγνωση; Αρπάζω το μολύβι μου. - Δεν βαστούν σήμερα οι άνθρωποι μολύβια -. Και λέω, πως δεν είσαι πια παραμύθι. Μηδέ μάγισσα, ούτε και κείνο το ξωτικό που γνέφει στους περαστικούς το λάθος μονοπάτι, ούτε η λαγνεία του έρωτα, ούτε και κείνο το θεριωμένο παραστράτημα, το πρώτο δάκρυ. Μοναχά ένα παιδί. Και κείνη την πρώτη λέξη μου, που θυμίζει μοναξιά, μην τη θαρρείς φτωχή και παραπονεμένη. Ένα παιδί που τόση δίψα πλαντάζει τα στήθια του, μοιάζει να γίνεται φωτιά, λάβα που ξεμυτίζει απο πλαγιές και καίει όσα η γη ξεβράζει στο διάβα της. Κι η θάλασσα; Ποιός είπε πως δεν διψάνε οι θάλασσες κι οι στεριές πως είναι χορτασμένες... Ρίχνω στη δίψα σου λοιπόν ετούτο το παραγάδι και βγάζω απο μέσα σου εκείνα που τα λόγια δεν μετράνε στα φύλλα τους κείνα που μονάχα τα μάτια ψελλίζουν δειλά. Σαν τολμούν.Σαν σφάζουν τους φόβους τους μεσοστρατίς κι έπειτα παίρνουν να τους κρεμάσουν φυλαχτό σε κάποιο δοιάκι. Για τούτο το παιδί σε πήρα κάποτε στο κατόπι. Για τούτο το παιδί γύρισα τις λέξεις ανάποδα, όπως τούς έπρεπε κι έπειτα κρέμασα ερωτευμένα σύννεφα στά ξάρτια μου.
Είπα κι άλλα πολλά στις νυχτιάτικες αρμάδες, χθες. Πολλά που δεν γράφονται κι άλλα που μένουν χαραγμένα στη φορεσιά της. Τούτα εδώ ξεγλύστρισαν φαίνεται μες τις χαραμάδες τ'ουρανού. Ας είναι. Τα υπόλοιπα τ'αποκοιμίζω στην ασφάλεια της ζωής, στα σεντόνια που σιχάθηκα πανωθέ τους να κοιμάμαι.
read more “7η ΜΕΡΑ”

Sunday, June 29, 2008


''Αλλάζει πρόσωπα ο Έρως
αλλάζω πρόσωπα κι εγώ.''

Νοστάλγησα ένα σπίτι στη θάλασσα. Δίχως παράθυρα, έναν ήλιο να στεγνώνει τα πρόσωπά μας. Την αράχνη στο βάθος του τοίχου να κεντάει το σταυρό της στο προσκεφάλι σου. Το τσάκισμα του ήχου πίσω απο τα σανίδια του μεσημεριού κι ένα ξεχασμένο βινύλλιο. Το διπλανό περιβολάκι σπαρμένο αναμνήσεις, η μυρωδιά σου . Η μυρωδιά της. Δεν υπάρχω μέσα σε κείνο το κρεβάτι. Απόψε δεν υπάρχω πουθένα στις σκέψεις
μου. Έλα . Κοντά μου. Κι έπειτα θα σε μάθω να μαζεύεις στις χούφτες σου τ'αστέρια της θάλασσας, θα σ'αφήσω να φορέσεις το καπέλο μου, θα χορέψουμε πίσω απο'κείνες τις λεύκες, τώρα πια ξεγυμνώθηκαν καρπό. Και σαν ξυπνήσει η πρώτη ακτίδα μές τα μαλλιά σου, μη φύγεις. Μη φύγω. Έχουμε τόσα καλοκαίρια να ψιθυρίσουμε όσα λησμόνησε η σκέψη πλάι στο κύμα. Πουλιά καλοκαίρια, μισεμένα στο νότο, λινά καλοκαίρια φορεμένα στο στήθος σου. Γαλάζιες οι λέξεις, πλέκουν στον αργαλειό τ'ουρανού τα μάτια σου. Δεν σού αρκεί, το ξέρω. Απόψε μού λείπουν οι μουσικές σου. υ.γ Τα μαγικά σου.

Απόψε. Γύρεψαν φυλλωσιές τα όνειρα να σκεπάσουνε τη νύχτα. Γυμνή, μού πάει καλύτερα, θάρρεψα να ξεστομίσω. Πλάι στους φάρους.
read more “ ”

''ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ''

Tuesday, June 24, 2008


(Το βαρκάκι του Χάροντα φτάνει στην όχθη της Αχερουσίας. Οι νεκροί βγαίνουν ένας-ένας πληρώνουν το ναύλο τους (έναν οβολό) στον Χάροντα και χάνονται δεξιά. Τελευταίος βγαίνει ο Μένιππος, που πάει να φύγει χωρίς να πληρώσει. Ο Χάρος τον πιάνει από τον ώμο:)

ΧΑΡΟΣ: Κατέβαινε, βρε καταραμένε, τον ναύλο!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Δε πα' να φωνάζεις Χάρε, όσο σ' αρέσει.
Χ: Πλέρωσε ρε σου λέω, για το ταξίδι που 'καμες!
Μ: Δε μπορείς να πάρεις από κάποιον που δεν έχει.
Χ: Καλά! Υπάρχει κάποιος που να μην έχει έναν οβολό;
Μ: Αν είναι και κάνας άλλος, δε ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.
Χ: Βρωμιάρη. Θα σε πάω στον Πλούτωνα, αν δε πληρώσεις.
Μ: Κι εγώ θα σου ρίξω μία με το κουπί και θα σου σπάσω το κρανίο.
Χ: Τζάμπα ταξίδεψες δηλαδής;
Μ: Ο Ερμής, που με κουβάλησε 'δω, να σε πλερώσει.
ΕΡΜΗΣ : Θα 'πρεπε να πουληθώ ολάκερος αν ήταν να πλερώνω τους πεθαμένους.
Χ: Δε θα το κουνήσω στιγμή από κοντά σου.
Μ: Αν είν' έτσι, βγάλε όξω τη βάρκα και κάτσε. Μα δεν έχω μία! Τι θα πάρεις;
Χ: Δεν ήξερες ρε, πως έπρεπε να 'χεις το ναύλο;
Μ: Το 'ξερα και λοιπόν; Αφού δεν είχα μία, τι να 'κανα; Να μη πέθαινα;
Χ: Δηλαδή μόνο συ θα καυχιέσαι πως τη πέρασες τζάμπα;
Μ: Ε όχι και τζάμπα ρε μάγκα! Νερά έβγαζα, κουπί τράβηξα και μόνο 'γω απ' όλους, δεν έκλαιγα!
Χ: Αυτά δε περνάνε σε βαρκάρη! Πλέρωσε το ναύλο. Δε μπορεί να γίνει αλλιώς!
Μ: Ε τότε γύρνα με πίσω...
Χ: Ωραία τα λες. Να τις φάω κι από πάνω από τον Αιακό!
Μ: Ε τότε μη μου κολλάς.
Χ: Δείξε μου τι έχεις μες στο σακί;
Μ: Λούπινα. Θες λιγάκι; Κι ένα πρόσφωρο.
Χ: Από που μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.
Ε: Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!

Ο Μένιππος βρίσκει ευκαιρία που ο Χάρος μιλά με τον Ερμή και τη κοπανά...

Χ: Αχ και να σε πιάσω καμιά φορά...

Ακούγετ' η φωνή του Μένιππου από μακριά

Μ: Αν με πιάσεις φίλε μου. Δυο φορές δε μπορείς να με πιάσεις.









Υ.Γ Γιατί πάντα έχω την εικόνα του Μένιππου να βροντογελάει μπρος σε κάποιο ακρογυάλι σηκώνοντας το μεσαίο του δάχτυλο κατα το μέρος του Άδη;;

''Μολών Λαβέ'' λαμνοκόπε των φόβων, σ'ένα απ'τα ταξίδια σου ...και την βάρκα σου, ξέρεις που να τη βάλεις!
read more “''ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ''”

4.00 ΚΑΙ ΚΑΤΙ

Sunday, June 22, 2008






Πάνω που πήρε να ξεχνιέται το μυαλό με τις ανάσες σου, άνοιξαν πάλι ο ουρανοί να στάζουνε μαχαίρια. Πώς τα γράφουν οι Θεοι εκεί πάνω, μού λες;;
Σισμανόγλειο. 4.00 και κάτι,γυρεύει η νύχτα να βρει σηματωρό. Όμορφες ανατροπάδες του κόσμου, λέω στο δρόμο για το σπίτι. Στο γυρισμό κανείς, μοναχά εκείνη η μουσική στο ραδιόφωνο. Επείγοντα- Εντατική, το αγαπημένο μου γράμμα. Έψιλον, κορώνα στ'ονομά μου. Νυχτιάτικες σκέψεις κι ένας σκεπασμένος με σύννεφα μονόλογος: Δεν θα με λυγίσεις πουτάνα Ζωή!
read more “4.00 ΚΑΙ ΚΑΤΙ”

Η ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΠΟΤΕ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ

Tuesday, June 17, 2008

Σ'αγαπώ


υ.γ Σε σένα
που αρνείσαι να περπατήσεις πλάι μου.
Σε σένα
που ''λες'' πως δεν υπάρχεις. Και σε μένα...λίγο απο το άδικο του κόσμου, να λέω πως δεν υπάρχεις. Πουθενά.


read more “Η ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΠΟΤΕ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ”

Saturday, June 14, 2008

Υ.Γ Έ, λοιπόν ξέρεις κάτι;
Ήρθε η ώρα ν'ασχοληθώ με μένα. Κι όλα εκείνα τα χάρτινα ονείρατα που έπλαθα μες τις νύχτες είπα να τα τσαλακώσω, να τα κάμω μια τεράστια μπάλα σαν αυτή που φτιάχναμε παιδιά. Όχι, δεν θα την κυλήσω στα χώματα. Όχι, δεν θα τη μουσκέψω στη θάλασσα. Θα τη κλωτσήσω στο φεγγάρι να μην την βλέπω πια. Να μην μυρίζω την ανάσα τους.

Βρε, δε πάτε στο διάβολο όλοι σας με τα καμώματα και τις αλυχτίες σας. Κοιτάτε ρε, επειδή γαμήσατε τη ζωούλα σας τα βράδια που σκοπεύατε άστρα ενω στα χαμηλά άλλοι σκάβανε τις ρίζες τους βαθιά στο χώμα, δεν θα την πληρώσω εγώ. Τα λάθη χαρισμένα στις πλάτες σας, οι δικές μου αναλαμβάνουνε ευθύνες ιδιωτικές, όχι της αφεντιάς σας. Ξεκουμπιστείτε απο το θωρί μου, γιατί θα σας περιμαζεύουν τ'αδέσποτα και οι διαβόλοι της νύχτας.
Κι όταν εγώ απειλώ, δεν χαιδεύω, μάτια μου. Βγάζω νύχια και ξεσκίζω το φόρεμα της νύχτας. Τα βουτυρώματα για τις κυρίες. Όχι για μένα.

read more “ ”
Ξεθάρεψε το μνημονικό κι έβγαλε τούτη τη φλόγα: '' Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί, βασανισμένη καρδιά μου
με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
μιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω.
Εγώ, που κάποτε σ'άγγιξα με τα Μάτια της Πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ'αγγάλιασα και χορέψαμε
μες τους καλοκαιριάτικους κάμπους
πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι.
Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό σου, τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.'' Ν. Γκάτσος

Θυμίζει παλιά Αθήνα. Έχει τις φτερούγες του σφαλιστές- δυο μεγάλα πορτόφυλλα- αντικρύζουν τον ακάλυπτο. Δένω τις φτερούγες του μ'ένα λουκέτο, κάποιες φορές φοβάμαι πως σαν επιστρέψω θα τις έβρω ανοιχτές σαν βεντάλιες που χαιδεύουν τον άνεμο. Είναι δικό μου και βλέπει στον ακάλυπτο. Κι απέναντι μπαλκόνια -καθρέφτες των ανθρώπων, λογής λογής χαρτόκουτα στιβαγμένα ανάμεσα σε φωνές-μουσικές και κλάμματα. Οι ψίθυροι κάποτε γίνονται φωνές , μες το τσιμέντο. Απλωμένα ρούχα, κουρτίνες που παλεύουν να χορέψουν με κάποιο ανεμοβόλι, μια λωρίδα γαλάζιο σαν στρέψω το βλέμμα. Κι όμως παλεύω αυτή την ομορφιά μέσα μου να τη θεριέψω, να την κάμω χαρταετό κι έπειτα να τη στείλω στη γωνιά σου. Και βιβλία πολλά βιβλία... όχι Καρυωτάκηδες, Σεφέρηδες και Παλαμαδες...Δίκαια και Νόμοι που να τα πάρει ο διάβολος. Ξέχασα τον ανεμόμυλο και τα χρώματα της ίριδας κρεμάσμένα στο μπαλκόνι. Αρχίζω να μαθαίνω ιστορίες για κείνους που αναπνέουν πάνω μου- ζερβά μου, οι ψιθυροι γίνονται ουρλιαχτό μες τα τσιμέντα και κάποτε το ξύλο προδίδει γνώριμους γυναικείους ήχους ή κάποιο αναστεναγμό... Μην ξεχάσετε, σαν γραπώσετε τα κοντύλια σας να χαράξετε την ''ιστορία των προδοτών'' να γράψετε και δυο μεγάλους γνώριμους: Ακάλυπτους και ξύλο. Το δεύτερο δεν πρόδωσε και τον Χριστό;
read more “ ”

ΣΕ ΣΕΝΑ

Wednesday, June 11, 2008


Κι όμως έχω την αίσθηση πως κάπου σε ξέρω. Σα να σε διάβασα κάποτε σε κάποιο βιβλίο, σα να ξεφύλλισα τη ψυχή σου κι έπειτα την έκλεισα μέσα στις χούφτες μου. Είναι εκείνη η γραμμή που βλέπω ν'ανατέλλει κάθε που ανοίγω τις απαλάμες μου, ή μήπως γερνούν τα χέρια μου μαζί με μένα. Αλήθεια , τα χέρια γερνούν; Και το μυαλό κουράζεται, να πλάθει σκέψεις, λέξεις, παρανοήματα, δροσολαλιές τις λέω εγώ. Για τούτο κι ελπιδοφορεί τους ανθρώπους,ναι μωρέ έτσι δεν λένε σαν φοράνε οι ανθρώποι ελπίδες στα κορμιά τους. Εκείνη η κοπέλα χθες στο βαγόνι του συρμού, της απόγνωσης - κάποια μέρα θα σού πω για τα βαγόνια και την ανάσα τους , την ανάσα μας- κράταγε ένα λυγμό στο στήθος. Δε είπε ούτε μια λέξη ως το σταθμό, μονάχα το δάκρυ της ζωγράφισε τα μαγουλά , κι έπαιρνε ν'ανοίγει αυλάκια στο διάβα του. Τα μάτια ηφαίστιο κι κείνα τ'αλμυρίκα σύριζαν σαν τη φωτιά σαν καίει το χόρτο,τη γη. Μυρίζει λιβάνι, σκέφτηκα. Κάθε που κυλάνε δάκρυα μυρίζει λιβάνι. Όμως, άλλο σου λέγα. Εκείνη η κοπέλα, βάσταγε στη ποδιά της έναν λυγμό. Κι όλη την ώρα, τα χείλη της τρέμανε πάνω σε συλλαβές. Σα να θελε να φωνάξει βοήθεια, αλλά σκιαζόταν η ψυχή τον ήχο. Πού να'ξερε για κείνες τις ψυχές που ναι φτιαμένες απο ουρλιαχτά...κι ανέμους. Περάσανε τα λεπτά κι είδα το σώμα της να κουλουριάζεται, να γίνονται ένα τα χέρια το κορμί το δέρμα τα μαλλιά, μα τα χέιλη της σφιγμένα βαριά σαν στημόνι δεν ξέσφιγγαν εκείνο το σκοπό.
Για τούτο και σού γραφω. Ήθελα να της πώ πως εκείνη την μέρα στο βαγόνι, ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που αντίκρυσαν τα μάτια μου. Ζήλεψα, αλήθεια σου λέω.
read more “ΣΕ ΣΕΝΑ”

ΕΝΑ ΓΥΡΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ

Thursday, May 22, 2008

read more “ΕΝΑ ΓΥΡΟ ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ”

ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Saturday, May 17, 2008









Πού να σε κρύψω γιόκα μου
να μη σε φτάνουν οι κακοί
σε ποιο νησί του ωκεανού
σε πια κορφή ερημική.

Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ' άδικο φωνάξεις
ξέρω πως θα χεις την καρδιά
τόσο καλή τόσο γλυκή
που μες τα βρόχια της οργής
ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις.

Συ θα'χεις μάτια γαλανά
θα 'χεις κορμάκι τρυφερό
θα σε φυλάω από ματιά κακή
και από κακό καιρό

Από το πρώτο ξάφνιασμα
της ξυπνημένης νιότης
δεν είσαι συ για μάχητες
δεν είσαι συ για το σταυρό
εσύ νοικοκερόπουλο
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης

Κι αν κάποτε τα φρένα σου
το δίκιο φως της αστραπής
κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε
παιδάκι μου να μην τα πεις

Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ' την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν

Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Λουκάς Θάνου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Χαρούλης




Υ.γ Στον άνθρωπο που μού το'μαθε . Σε κείνη που θρηνεί για το χαμό της ζωής της. Κι έτσι 3 μήνες θα'ναι που λέω, πως δεν υπάρχει θεός που ν'αγροικάει ανθρώπους. Πέρα απο δάκρυα, τη δύναμή μου, αγάπη μου. Κουράγιο. Έτσι όπως μάθαμε πάνω σε τουτα τα χώματα να κάνουμε.

Τίποτα δεν χάνεται έτσι εύκολα. Ίσως κι ο θάνατος αγάπη να'ναι..ίσως.

read more “ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ”

Friday, May 16, 2008


Στο σπίτι με τα πεύκα κι έναν πλάτανο στο περιαύλι, κάποιος απλώνει στη σιγή μαντήλια ποτισμένα με νότες. Θυμίζει το χρώμα, εσένα. Ελπίζω, η Μούσα να επέστρεψε κι απόψε να χαιδεύουν τα χείλη σου μια φυσαρμόνικα. Χαλάλι της. Εγώ πάντως ''αίρω τα δεσμά '' .

Φτου ξελευθερία, μικρέ μου.
Υ.γ Κι όμως εκείνο το βράδυ κέντησε η νύχτα τις λέξεις επάνω της. Χατζιδάκης...'' κι η πρώτη σταγόνα της βροχής...'' Θυμάσαι;
read more “ ”

Wednesday, May 14, 2008


Όνομα: Μαρία Νεφέλη

Επάγγελμα: Απο σήμερα ...προς αναζήτηση στέγης . Απο αύριο ... προς αναζήτηση Μούσας.

Φύση: Αυτοκαταστροφική.

Στόχος: Να τον ξεπεράσω.

Χρώμα ματιών: Τα ταξίδια μου.

Χρώμα φιλιών: Πότε αντίκρυσες ηλιοβασίλεμα;


Θέλω να κρατάς στα χέρια σου...: Κόκκινο γαρίφαλλο

Αγαπημένη φράση: Φεύγω. Εσύ;


Αγαπημένο μυστικό: Η ζωή μου.
read more “ ”

Σε φιλώ


Να'ξερες πόσες σκέψεις ανθιβάνει ο νους μου ετούτες τις μέρες. Και πόσα ''πρέπει'' αφήνει παράμερα . Στιγμές γιορτής και νίκης ανάμεσα στον άνθρωπο και μένα, στιγμές που ξετρέχουν λίγη απο τη φωτεινότητα που σφαλούν τα μάτια σου κάθε που σ'ανταμώνουν οι σκέψεις. Δεν ανθούνε πάνω σε τούτα τα χώματα ροδώνες. Μονάχα σφάκες λαχτίζουν στις όχθες των ανθρώπων κι άλλο απο κείνο τον χυμό που΄φυλάνε στα κορμιά τους.
Λεπτό μήτε για να ξαποστάσω κι ένα ταξίδι ξεφυλλίζει η μνήμη. Μαζί σου ή χώρια. Τα ταξίδια τα σκάβω μόνη μου, καρδιά μου. Κι είναι τόση η δύναμη που δεν χωράει πλιο στις αγγάλες κανενός. Μηδέ στον κόσμο των ζωντανών. Νεκροί οι άνθρωποι για μένα, σού λέω. Δεν είναι πόνος ούτε και κείνη η πίκρα που βάνεις με το μυαλό σου . Φωτιά είναι κι άστην να καίει γιατί τούτη ζεσταίνει τη ψύχή μου και κάνει με να ζώ και ν'ανασαίνω.

Το πιο λευκό χρώμα της σκέψης μου. Εσύ...Στο καλό.
read more “Σε φιλώ”

ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ

Tuesday, May 6, 2008


Επειδή άλλο να πώ δεν ηύρα κι ύστερα διάβασα και ξαναδιάβασα τα τελευταία κεφάλαια, κείνα πού σκαλίζονται με γράμματα. Είδα το πρόσωπό σου να μαχαιρώνει η βροχή όπως τα βράχια σε τούτο το ακροθαλάσσι κάθε πού βουτάει ο Αύγουστος μες την ηχώ των κυμμάτων κι αφήνει ένα συριγμό πλάι στο κύμα. Μονάχα τούτο αφόρμισε σαν τη πληγή στο χρόνο.


( Δωρισμένο...)


''Tης πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ' ολίγον να πεθάνη. Mα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Kανείς δεν μίλησε. Kανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. K' έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος. ''
Α. Εμπειρίκος
( Απο την Υψικάμινο, Άγρα 1980)
read more “ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ”

ΠΩΣ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ

Saturday, May 3, 2008

Πώς να σωπάσω μέσα μου
την εμορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου

Πώς να με κάνουν να τον δώ
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
μ' έμαθε η μάνα μου να ζώ

Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποιά γλώσσα μού μιλάνε;
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά.

Κ. Κινδύνης
read more “ΠΩΣ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ”

ΠΕΙΡΑΙΑΣ 1 ΚΑΙ ΚΑΤΙ.

Tuesday, April 15, 2008


Πειραιάς κι ένα κορίτσι σιγοτραγουδάει τα τρένα.

Δεν βρίσκω το παλιό μου τετράδιο

κάπου ριγμένο μέσα σε μια τσάντα αναμνήσεις, λουλούδια σκισμένα κι ένα δανεικό τσιγάρο.

Να προλάβω τη θάλασσα.

Προφταίνω τα λίγα λεπτά να σκορπίσω τις λιγοστές μου θύμησες στον αγέρα, να μυρίσω ζεστό καφέ στα καφενεία, τις καρέκλες και τους πάγκους να προσπεράσω δίχως να κοιτάξω πάλι και πάλι τή γωνιά που σε πρίμενα. Τη γωνιά δίχως καθρέφτη μονάχα ένα σπασμένο κρύσταλλο, απόμενα να κοιτάζω τη μορφή μου απεγνωσμένες προσπάθειες να μείνω όμορφη μέχρι να φανείς στην άκρη του δρόμου. Πάντα ασχημότερη εκείνες τις στερνές σταγόνες του χρόνου. Τέρμα οι αγωνίες.

Αργότερα, η γριά με τα μανταλωμένα βλέφαρα κάτι απο θλίψη, ψαχουλεύει στα σκουπίδια. ''Τί;'', θέλω να ρωτήσω '' μα με κυνηγάει μια φυγή'', λέει εκείνος ο σκοπός. Πιο πέρα η τράπεζα, οι ώρες αναμονής προτού σε αντικρύσω. Χάνω το δρόμο μου, μα πάντα το ίδιο σαν θέλω κάτι πιο πολύ απο κείνα τα θέλω των ανθρώπων πού μένουν να σφουγγίζουν τους δρόμους σαν σκισμένες αφίσες. Κάτι πιο πολύ απο όλα τα θέλω των ανθρώπων, η θάλασσα.

Το δανεικό τσιγάρο εσύ δίπλα μου κι οι ανάσες όλων μακριά μου. Γόπες στην αγγαλιά ενός λιμανιού, '' περίμενε, σε λίγο θα δεχθείς και τη δική μου'' μουρμουρίζω. Κάτι απο καράβι στόν ορίζοντα, ποίηση ,λέω, σαν ακουμπάς στους κάβους . Λερώθηκα με ποίηση τούτο το μεσημέρι.

Εκείνο το τσιγάρο δεν το τελείωσα ποτέ. Θα περιμένω να το σβήσουμε μαζί σ'ένα λιμάνι πού σφίγγει στον κόρφο του μυριάδες αποτσίγαρα. Αστέρια αποτσίγαρα, σαν βλέπω να στάζουν απο τα μαλλιά τους ιστορίες πάνω στο δείλι.
read more “ΠΕΙΡΑΙΑΣ 1 ΚΑΙ ΚΑΤΙ.”

Sunday, March 30, 2008


Απόψε όχι άλλα ποιήματα. Αλλάζει η ώρα , τί σημασία έχει, οι δείχτες άλλοτε μπροστά κι άλλοτε πίσω τραβούν ο χρόνος κυλάει μέσα στα χέρια μας, αρχίσαμε κι όλας να μετράμε απώλειες. Τα γενέθλιά μου, 27 κεράκια τα δάκρυά μου ο χρόνος πού δεν λέει να περάσει αλλιώς. Πιστεύω σ'ένα θαύμα κι ας ξέρω πώς δεν υπάρχουν , ένας μύθος λέει πώς τα κρατάνε σ'ένα παλιό σεντούκι οι θεοί, ίσως να υπάρχουν μες το μυαλό μου. Εκείνο το σεντούκι των θεών νά'ναι το μυαλό μου; Χανομαι μές τις σκέψεις μου, πιστεύω τίποτα, ονειρεύομαι χρονους λευκούς σαν τις σελίδες πού γυρεύω μέσα στα Εφετεία. Σκαλίζω ''εξουσιοδότηση'', θέλω να γράψω ''Όνειρα, χρόνοι Λευκοί'', μα δεν διαβάζει κανείς. Σκίζω σελίδες. Αύριο μαζί σου σ'ένα παλιό νεκροταφείο, θέλω κρινάκια λευκά στα χέρια μου, έναν λύγμο, το δικό σου παράπονο, τα άδικα τεφτέρια της ζωής. Ποιός τα πέταξε κάτω απ'τη πόρτα σου; Θα πονέσω μαζί σου, θα κλάψω μαζί σου, Θε μου γιατί δεν αγροικά κανείς τον πόνο μου;, και δεν θα ρωτήσω πώς γινήκαν όλα τούτα μέσα στις μέρες αυτές. Δεν αντέχω τα μαύρα, σκότωσέ με μα μη μού φορέσεις μαύρες ποδιές. Μάλλον δεν γίνεται αλλιώς. Ανάποδα βαδίζει η ζωή. Ανατροπή, ακούς ανατροπή, πρώτα ο θέρος κι έπειτα η σπορά, πώς πεθαίνουν 27 χρόνια; Το κεράκι δίπλα στο τζάκι, η φωτογραφία, κι άλλη απώλεια. Ακούω ψίθυρους. (θάνατος) - Κάθε πού σού χτυπώ τα κεραμίδια με το ράμφος μου θα με καλωσορίζεις. (άνθρωπος) - Δεν θέλω (θάνατος) - Η επιλογή δική μου. Εσύ υπακούς. Θέλω ν'ακούω τ'αναφιλητά σου. (άνθρωπος)- Ε, τότε κι εγώ θα γελώ ( θάνατος) - Κανείς θνητός δεν γελά με τον θάνατο (άνθρωπος) - Ε, τότε θα χορεύω ( θάνατος) - Κανείς θνητός δεν χορεύει με τον θάνατο Ο ι ψίθυροι σωπαίνουν. Κι εγώ γελώ. Κι εγώ χορεύω. Πάνω στα σανίδια πού άλλο δεν βαστούν. ''Θα πέσουν'' μού'πες ''όταν χάσεις το κουράγιο σου'', σε ρωτώ πότε θά'ναι αυτό, βιάζομαι να ξεφυλλίσω το γκρέμισμά μου. Κι εσύ; Πώς θ'αντέξεις; 'Οταν όλα θα σταθούν χωρίς εμένα, τότε...2008 κι άλλη μία. υ.γ σκουπίδια στο δρόμο μου χθές και κάθε πού κοιτάζω την ώρα πάντα διπλές φιγούρες. Αναρωτιέμαι αν σημαίνει κάτι.
read more “ ”

MY BLUEBERRY NIGHTS

Saturday, March 22, 2008





Once I wanted to be the greatest
No wind of waterfall could stall me
And then came the rush of the flood
Stars of night turned deep to dust

Melt me down
Into big black armour
Leave no trace of grace
Just in your honour
Lower me down
To culprit south
Make 'em wash a space in town
For the lead
And the dregs of my bed
I've been sleepin'
Lower me down
Pin me in
Secure the grounds
For the later parade
read more “MY BLUEBERRY NIGHTS”

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ *

Και λέω πώς σιγαληνά χαράσσεις γραμμές πάνω σε χάρτες, και πώς τα ταξίδια μετρώνται όπως οι μέρες. Ανάποδα.
Πρώτα το δείλι, έπειτα τ'απομεσήμερο οι πρωινές σταγόνες ήλιου πάνω στα παράθυρα κι ύστερα ο ξυπνημός. Τα δέντρα πού δεν άφησες να δώ κι όσα ονόματα δεν θέλησες να ψηλαφήσω τόσα μα τόσα τα χρόνια πού πέρασαν
σαν ερμοπούλια σα νοσταλγοί
πού πια φανήκαν άγνωρα τοπία στους οριζώνες.
Δίχως γαλέρες δεν κυνηγιούνται οι οχτροί, δίχως στεφάνια πεταμένα μεσοπέλαγα. Φρίττουν, ασπαίρουν, στοιχειώνουν τις μέρες μας
σαν τα στοιχειά πού τα παιδιά λογιάζουν στον ύπνο τους.
Καιρός γι'αλήθειες. *Φτάνει πια!

* Ο τίτλος (ζηλεμένη ) για τούτο κλεμμένη φράση του Μανόλη Αναγνωστάκη, απο τη συλλογή ''Ο στόχος''. Τα λοιπά χρεώστε τα σε μένα, μην αδικείτε τον ποιητή.
read more “ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ *”

Thursday, March 20, 2008



Μπορώ να γράψω ιστορίες και μέρη αλλόκοτα πάνω στην άμμο. '' Ποιητή, στον αιώνα σου πες μου τί βλέπεις;''

Τί βλέπεις;
read more “ ”
Υ.Γ Σα να ξαλάφρωσε η σκέψη μου ρίχνοντας τα πέταλά της στο χώμα. Τούτες τις μέρες σαλεύουν οι αμυγδαλιές την ανάσα τους και ξανεμίζουν τον ανθό τους στα πόδια μου. Θαρρώ πως για τούτο δεν βαστάνε τα μπουμπούκια τους για μέρες...Πού να χωρέσει τόση ομορφιά στον κόσμο;
Πώς να βαστήξει τόση εμορφιά στερεωμένη στη σκέψη, καρφωμένη στα κλαριά, ζητάει το λυτρωμό της στο χώμα. Το λυτρωμό της πάνω στις σελίδες.
read more “ ”

ΚΟΡΩΝΑ Ή ΓΡΑΜΜΑΤΑ ;

Wednesday, March 19, 2008


Πώς χόρεψε πάλι κι απόψε τούτο το ταξίδι πλάι στις φυλλωσιές της μνήμης , δεν κατάλαβα. Εκείνο το παλιό αστείο άνοιξε την αγγαλιά του σιμά μου σκορπίζοντας αστέρια στο διάβα του. Τα θυμάσαι μωρε, εκείνα τα αστέρια; Είχανε χρώματα και μυρουδιές , σαν έσκυβες να τα φιλήσεις ασημώνανε τα χνώτα μου. Ένα παλιό αστείο πού έγδερνε τη δορά της λύτρωσης σαν καμωνόταν την αλήθεια στο μυαλό μου. '' Θα φύγω'' , θυμάσαι πού λέγαμε τα δειλινά; Κι έπειτα οι κουβέντες μας ξεδιαλύνανε της ώρας το παράπονο, κι αφήνανε τη μαρμαρυγή τους πάνω στα παιδικά σεντόνια. Αργότερα, μέσα στα λαγούμια μιας λαγγεμένης αγγαλιάς λουφάζαμε τα όνειρά μας , πισωπατώντας. Τα ρίχναμε μές τα ποτάμια όλα κι αλάργευε η αγριάδα στα μάτια μας. Φόβος, καλέ μου. Ποιός ξέρει; Οι δυο μας, εσύ κάπου δίχως μιλιά, εγώ σιμά σου, πιασμένοι απο τα κρεκέλια μιάς φυγής. Ανταρσίες ονείρων κι άγουρα σταφύλια σαν γυρεύουν να γουρμάσουν. Πώς μιλάω, φίλε μου τώρα; Γυρνάω στα παραμιλητά εκείνων που δεν θώρησα ποτέ μου. Προγόνοι και πάλι προγόνοι...πού πήγαν τ' αγκομαχητά σας;; Όλα μές τα φυλλοκάρδια μου τα ρίξατε.

Εκείνο τ'αστείο πού δεν αγροίκησα πώς ξεπήδησε σαν το ζαρκάδι απόψε. Έφτασα μια μέρα ως τα σκαλοπάτια, το θυμάσαι; Με πρόφτασαν. Ντράπηκα. Δεν κατάφερα ποτέ μου τίποτα. Ούτε και στα τότε ούτε και στα τώρα, μά κείνη τη λέξη πού ξεστομίζαμε δίψασα να την ακούσω. Για πού, θυμάσαι; Κύλαγαν τα όνειρα σαν το μελάνι κι έπαιρναν να μουτζουρώνουν τον κόσμο. Ώσπου , κάτι παράξενο γινόταν στο τέλος , κίναγε ένα χάδι να σφουγγίζει τις ''βρωμιές'' μας κι αποξεχνιόμασταν σαν τα τζιτζίκια πάνω στα φυλλα ενός καλοκαιριού. Πέρασαν χρόνοι πολλοί. Ακόμη τη θυμάμαι ετούτη τη σελίδα, τη γυρνάω σαν ο πόνος ροκανάει τα κερaμμίδια μου τις νύχτες, έτσι μωρέ για να λέω πώς υπάρχω. Μα θεριεύει τότε μια λαχτάρα σαν βήχας, σαν καπνός μέσα στα στήθια μου. Πνίγομαι μωρέ πλαντάζει η ψυχή μου σαν θέλω να φωνάξω. Πού να ουρλιάξω, ποιόν να πάρω στο κατόπι να ξεριζώσω την καρδιά του να σωθεί η δική μου; Μονάχα ετούτες τις λέξεις έριξα σαν κέρμα στο πλάι μου απόψε κι απόμεινα να το κοιτάζω να δώ τί θα μού φέρει. Κορώνα ή γράμματα.. Κορώνα ή γράμματα...κορώνα ή γράμματα, φίλε μου. Σα να μού φάνηκε πώς άκουσα τη σιωπή να μουρμουρίζει'' μού χρωστάς ένα ταξίδι Ζωή, ψηλό σαν τα βουνά της Κρήτης, αντρίκιο ωσάν τα παλικάρια της''. Ντράπηκα. Δεν είπα τίποτα.

Τα όνειρά μου θεριεύουν φίλε τις νύχτες. Στήνουν χόρο πάνωθε μου και αλαργινές μορφές γνώριμες στέκουν στα στασίδια μιάς οργής πού φτάνει να συντρίψει τη μέρα, τον κόσμο.
Κι εκείνο το παιχνίδι κυλάει σα νόμισμα απο τα χέρια μου, πλάι στις λέξεις πού ροδαμίζανε σαν φύλλα. Κορώνα ή γράμματα, μωρέ, κορώνα ή γράμματα....;
read more “ΚΟΡΩΝΑ Ή ΓΡΑΜΜΑΤΑ ;”

'' ΗΤΑΝ ΚΙ Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ''

Thursday, March 13, 2008

Πώς να κάνω σ'αυτή την πλατεία για να βρώ το Saint -Germain-
des - Pres τί τα θέλω και μπερδεύω τα βήματά μου με τις προσωπικές
μου αναμνήσεις όλο ψάχνω το παρελθόν μπρός σ'αυτή την εκκλησία
και το καφενείο και δίπλα το βιβλιοπωλείο
απόπειρα τόσο κωμική όταν προσπαθώ να διαβάσω τις λέξεις των
τίτλων στην προθήκη
μ'έχουν ακρωτηριάσει απο σένα το φέγγος της ζωής ολάκερης μού
ξεφεύγει μόνο η μυρουδιά σου τα μάτια σου η αγάπη της φωνής σου
με κυνηγάνε ώς την πόρτα μου όπου ορθώνεται ένας τοίχος απο λόγια

- μάθε ότι τέλειωσε για όλες τις μέρες πού θα'ρθούνε
- μα δεν ξέρω να το μάθω
- στον καθένα η σειρά του να πεθαίνει
- κι αν με αναζητάει ακόμα
- όχι γι'αυτόν είσαι αποτελειωμένη
- πού να χαθώ
- ακολούθα την οδύνη σ'όλο της το έργο
- τότε να ζώ για να γλείφω τις πληγές μου

Μάτση Χατζηλαζάρου
read more “'' ΗΤΑΝ ΚΙ Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ''”

ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙΣ ΧΑ¨Ι¨ΚΟΥ

Wednesday, March 12, 2008

Φέρε μια κλωστή
να δέσουμε τον ήλιο
στις κατακόμβες

Μέσα στα δίχτυα
γυρεύεις αστέρια
κι άσπρα βότσαλα

_

Δακρύζει ο ποιητής
σα να μη φτάνουν
τα βηματά του

Κλαίω το φύλο
πλάι στη μέρα
που φθινοπώριασε

_

Πάλι σκοτώνεις
δεν θά βρεις είδωλο
μες τον καθρέφτη.
read more “ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙΣ ΧΑ¨Ι¨ΚΟΥ”

''ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ''


Φέρτε μου να γεννήσω

όλα τα μωρά της πλάσης

δώστε μου να πέθάνω όλους τους θανάτους


Απόψε δεν χωράνε οι λύπες μου

ούτε μες το απαλότερο φιλί



Απόψε πονάω σ'όλες μου τις απογνώσεις

κάνει πολύ κρύο κάτω απο τη σκιά

της ζωής μου που γέρασε

βαθιές γουλιές οι μελαγχολίες

είναι πληρωμένοι δολοφόνοι

ας οργανωθεί η σφαγή

από ό,τι αγαπάω ακόμα.



Μάτση Χατζηλαζάρου

(Έρως Μελαχρινός)
read more “''ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ''”

Thursday, March 6, 2008

Θέλω να ραγίσει το ''πρέπει'' του θανάτου. Πάνω στις πέτρες, που σιμά μου εστάθηκαν σαν βίγλες. Κι ύστερα, πώς θ'ανθίσουν με φώς ετούτοι οι τόποι;

Έχω και γω δικαίωμα να λυγίσω μια φορά. Μια φορά, μόνο.
read more “ ”

-0-

Saturday, March 1, 2008






'' Kάποιος άγνωστος Γαβριήλ μού κάνει
νοήματα
- Σύμφωνοι,
θα πεθάνουμε όλοι μας. αλλά πρός τί;
''

Ημερολόγιο ενός Αθέατου
Απριλίου



Σιωπή.


Δεν
είναι πού ο θάνατος χαράζει περάσματα πάνω στ'ανθρώπινα
σώματα μα εκείνη
η
κούραση Θεέ μου, πού κουβαλάει στα χέρια του. Σαν
αγκομαχητό ζώου πού θερίζει
αχόρταγα τις σιωπές πλάι σε κίτρινα φύλλα ριγμένα
καταγής πέρα στα
βάθη κάποιας
λόχμης. Βουβός,

στεργιανός

κι έπειτα είναι πού
θεριεύει κάτι κραυγές άναρθρες, λησμονημένες σαν καμπάνες
πένθιμες
στις όχθες
μιάς επιτάφιας μέρας. Πές μου πώς ξεκρίνεις τις κραυγές στα στόματα των ανθρώπων; Καμωμένες απο αλφάβητο δεν είναι μα μοιάζουν να 'ναι βγαλμένες απ'τα πηγάδια του χρόνου. Απ'τα πηγάδια του θανάτου. Δεν έχει λέξεις ο θάνατος,
μηδέ χέρια,
μηδέ μάτια
να θωρήσεις τη ψυχή του. Σαβανωμένα τα λογάρια
πού κομίζει στα σπίτια
των
ανθρώπων, μονάχα εγώ κι εσύ τα βλέπαμε. Και
μια κούραση Θεέ μου, σα να
γεμίσανε ρυτίδες τ'αστέρια πλάι μας, σα να
σωθήκανε τα νιάτα απ'τις ψυχές
μας.
Θυμάμαι πώς μύριζες λιβάνι κι εκείνη
η θλίψη γύρω απ'τα
μάτια σου κεντούσε τα προικιά της ολάκερη νύχτα.
Θέλω να πάρω τη θλίψη απο τα μάτια σου.
Στα σωθικά σου να
φυτέψω δεντρολίβανο,
βασιλικό κι ένα βοτάνι της ζωής
απ'τον κήπο των
ελπίδων. Υπάρχει , λέει ελπίδα,
ένας σκυμμένος άνθρωπος
με καπέλο γιομάτο
βροχή πού'ρθε στον ύπνο μου και δυο
φεγγάρια ψέλισε
στα όνειρά μου. Τό'να
φέγγει για σένα και το άλλο είπα πώς θα
κρεμάσω
στο προσκεφάλι του. Δεν
είναι ο πόνος αγάπη μου, είναι η κούραση πού
σπέρνει ο θάνατος τις νύχτες
πού θά'ρθουν. Κι εκείνοι χάραξαν οκτάβες
πάνω στα
μοιρολόγια τους, κραυγές
και χτύπους στο τελείωμας της μέρας,
κατεβάσανε απ'τους
ουρανούς θεριά μέσα απ'τα
δίχτυα τους , δαιμονικά, θαρείς
για να ξορκίσουν καημό και
δάκρυ. Μα τί να
τα κάμεις όλα ετούτα, πώς να
χωρέσουν στη ποδιά μας
τόσες μα τόσες
ελπίδες, τόσα μα τόσα παραμύθια.
Μεγάλωσε το φυλλοκάρδι μας,
μεστώσαν οι
ζωές μας. Πώς να φυτέψεις
λουλούδια πάνω στη πέτρα ;
Καμωμένος ο θάνατος απο
πέτρα. Πώς ήρθε κι
εγύρεψε να ξαποστάσει στα πόδια
σου, δεν κατάλαβα. '' Να
φύγεις μακρυά,
όσο μπορείς πιο μακρυά απο τούτον τον
τόπο''. Πού να πάω; Δε
νογάω τα
νοήματα πια, μηδέ τον διακαμό των άστρων , μηδέ
και τα ονείρατα σαν
μού
γυρεύουν ορμήνεια, μηδέ και τον θάνατο. Πώς να τον
μερέψω μέσα στα χέρια
σου και να τον κάμω ένα τόσο δα μαντηλάκι,να τον εκάμω
κομμάτια, να μη
ριγήσει το κορμί σου πλάι του ξανά. Μια κούραση, σαν νιώθω τη
φώνη σου:
''Έχω ένα πόνο εδώ στα σωθικά μου, πού θε να τον εκάμω να βγεί, μα δε
μπορώ.
Σωθήκανε τα ουρλιαχτά κι εκείνος απόμεινε στα στήθη μου''.
Να
τανε
λέει ο
χρόνος Μαγιάτικος ήλιος, να τον έσβηνα, κι ένα παιδί πού θα
το
σκότωνα
μέσα στις χούφτες μου ποτέ πια να μην κυλήσει το δάκρυ του
στο
ύστερα. Εκείνους τους δείκτες να πρόφταινα να σπάσω τα γρανάζια τους
πάνω στο τώρα. Είναι πού δεν το θέλω το μετά, δεν το θέλω μα με προφταίνει κι
ανάσες δεν έχω να τα προκάμω όλα πάνω σε τούτη τη μέρα. Ανάσες δεν έχω να
νικήσω
το
θάνατο. Για σένα, μονάχα για
σένα
.

Κρεμάστηκε ένας λυγμός μετά απο κείνη την μέρα μέσα στις νύχτες μου και γεμίσανε τα χέρια μου κάποιες απο τις ρυτίδες πού έχτισε ο θάνατος πάνω στο πρόσωπό σου. Ανάβω ένα κερί πλάι στο μέτωπο σάμπως να θέλω τα σκοτάδια να ξεγελάσω. Πάλι με ανεμόμυλους παλεύω, το ξέρω.

























































read more “-0-”

''ΜE AND A GUN''

Thursday, February 14, 2008


Ήταν μια λέξη κάποτε που κρεμάστηκε απο το φεγγάρι, κάποτε απο τα μαλλιά σου κι ήθελε λέει να μουρμουρίσει λίγο απ'το φώς μες τις σκιές.
''Me and a gun

and a man on my back

But i haven't seen Barbados...


so i must get out of this.''








read more “''ΜE AND A GUN''”

'' ΠΕΡΙ ΒΡΟΧΗΣ''

Saturday, February 9, 2008


'' Η βροχή επικυρώνει τα αισθήματά μου. Μερικοί έρωτες δεν την άντεξαν. τα ασταθή χρώματά τους ξεπλύθηκαν. Μερικές φορές η βροχή μού επιτρέπει να είμαι ερωτευμένος δίχως αντικείμενο...η βροχή έχει μιά μαντική ικανότητα, αναγγέλλει τη γυναίκα πού θα αγαπήσω, έτσι όπως ο νοτιοανατολικός άνεμος στην Αργεντινή προβλέπει τον ερχομό μιας καταιγίδας..

Η βροχή πέφτει έτσι καθώς πέφτουμε στα δίχτυα του έρωτα: αψηφώντας τις προγνώσεις.''

΄' Μαρτέν Παζ , ΠΕΡΙ ΒΡΟΧΗΣ''


Να μιλήσουμε για βροχή λοιπόν. Ή μήπως για ανοιχτούς ουρανούς και μουσκεμμένο χώμα; ''Κάθομαι εδώ και κάθομαι'', πού λέει η Δημουλά, κι άλλο δεν έχω παρά να χλευάζω τους ήχους μιας βροχής πού απόψε λίγωσε το χώμα. Τόσοι ήχοι κρεμασμένοι στα κάγκελα, στους κήπους, στα κεραμμίδια, στα καπέλα των ανθρώπων. Ο Μαρτέν Παζ λέει πως οι άνθρωποι δεν φορούν πια καπέλα. Ψέμμα, ποιητή μου. Τώρα πού τα φορούν ξεχνούν μονάχα να τα βγάλουν και κάπου κάπου σκεπάζουν τα μάτια και τ'αφτιά τους, ενώ άλλες πάλι φορές τα τραβούν με μία κίνηση νωχελικού δέους μπροστά στις ρεκλάμες τους. Αστεία ανθρωπάκια!

Κοίταζα σήμερα πώς έτρεχαν φοβισμένοι κάτω απο τα υπόστεγα. Κυρίες με μιζανπλί, κύριοι με κοστούμι armani , παιδιά με τσαλακωμένα τα χέρια τους μες τις παλάμες των μεγάλων. Άδειανοί οι δρόμοι, αδειανές και οι ψυχές κι ένας φόβος , ποιητή μου, να αιωρείται πάνω απο τη πόλη, κάτω απο τα σύννεφα. Σού είπα πόσο λατρεύω τη βροχή; Δεν έχω παράπονο. Πάνε μήνες τώρα που όλα τα ρούχα μου έχουν κρατήσει και κάποια σταγόνα της πάνω τους κι εκείνα τα μποτάκια πού λέω πώς είν τ'αγαπημένα , μυρίζουν σού λέω βροχή.

Βαστούν μια καταιγίδα μοναξιάς οι δρόμοι για μένα. Ένα φευγιό πού μπορείς να το δικαιολογείς καθε μέρα. Ναι, ψάχνω για δικαιολογίες και βρόχινες μέρες. Τί είπες ποιητά μου; '' Η βροχή είναι το καταφύγιο των απροσάρμοστων''...

Ήξερες πώς τα δάκρυα δεν φαίνονται στη βροχή; Μόνο πού να, κείνα λένε πώς έχουν την αλμύρα στη δορά τους ενώ οι σταγόνες κουβαλούν μια γλύκα. Μονάχα σαν κάποιος γευτεί τους καρπούς απο τα μάτια σου τούτη την ώρα, θα καταλάβει τη διαφορά. ''Ανόητη, ποιός θα σκύψει να φιλήσει τα μάγουλά σου κάτω απο μια νεροποντή;'' Έλεγα μήπως...θα μπορούσε.

''Κάθομαι εδώ και βρέχομαι'', δίχως κρυμμένους ήλιους μέσα στις χούφτες μου. Ανόητες ηλιαχτίδες και άνθρωποι σαν μιλάνε για δαύτες. Παλεύεις για στηρίγματα; Παλεύω για σκοτάδια μές τα σκοτάδια, για βροχές μες τις βροχές , για έρωτα μες τις σχισμάδες των δέντρων εκεί πού μνέσκουν οι φωλιές των πουλιών.Θέλω να γράφω, να γράφω ώς να πληγώσει το μολύβι τις παλάμες μου'' ως το ποτέ πιά, ώς το πού πεθαίνουν''.



read more “'' ΠΕΡΙ ΒΡΟΧΗΣ''”

Ο ΜΥΘΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥΣ

Sunday, February 3, 2008

Όλοι τούτοι οι κύριοι βρίσκονταν μέσα
όταν εκείνη μπήκε ολόγδυτη,
εκείνοι είχαν πιεί κι άρχισαν να τη φτύνουν,
εκείνη δε καταλάβαινε τίποτα, μόλις βγαλμένη απ'το ποτάμι:
ήταν μια Σειρήνα πού'χε χάσει το δρόμο,
οι βρισιές κυλούσαν πάνω στη λεία σάρκα της,
η προστυχιά σκέπαζε το χρυσό της στήθος,
εκείνη δεν ήξερε να κλαίει, γι'αυτό δεν έκλαιγε,
δεν ήξερε να ντύνεται, γι'αυτό δεν ήταν ντυμένη,
τη στιγματίσανε με τσιγάρα και αναμμένα φελλά
και γελούσαν μέχρι που κυλίστηκαν στην ταβέρνα χάμω
απ'τα γέλια,
εκείνη δεν μιλούσε γιατί δεν ήξερε να μιλάει,
τα μάτια της είχαν χρώμα έρωτα μακρινού,
τα μπράτσα της ήταν χτισμένα από δίδυμα τοπάζια,
τα χείλη της σκιστά στο φώς του κοραλλιού
κι ευθύς από τη θύρα τούτη βγήκε
και μόλις μπήκε στο ποτάμι, έγινε κατακάθαρη,
έλαμψε σαν άσπρη πέτρα στη βροχή
και δίχως να κοιτάξει πίσω κολύμπησε ξανά,
κολύμπησε ως το ποτέ πια, ως το πού πεθαίνουν.

Π. Νερούδα
read more “Ο ΜΥΘΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥΣ”

ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΥΜΜΑΤΑ.

Thursday, January 31, 2008

Ξέρεις,

δεν κλαίει της ψυχής μου το δάκρυ σαν γυρεύουν να σταυρώσουν οι άνθρωποι,
μονάχα σαν σταυρώνουν οι Θεοί
ζητάει να με πνίξει ένας λυγμός.

κι έπειτα θα κοιτάξεις στα μάτια μου
με κάτι αλλιώτικο να βασιλεύει κι ένα μετανιωμένο παράπονο, θα πείς τότε πώς έκαμες λάθος. Μια ψιλή ψιλή βροχή θά'ρθει κάποτε να σού ψιθυρίσει πώς αστόχησαν τα ειπωμένα κι όσα ανθίσαν σαν γιασεμιά γύρω απ' το στόμα σου. Θα ξέρεις πάλι πώς έκαμες λάθος. Κι ύστερα, τί;
read more “ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΥΜΜΑΤΑ.”

Tuesday, January 29, 2008

''Θεός εστί σκιρτημός και ήπιον δάκρυ'', σαν διαβαίνω τους αμπελώνες της οργής του ασκητή. Κι εκείνο το στερνό:'' Μια στιγμή, να γυρίσω πίσω, μια στιγμή, να νικήσει ο μέσα μου άνθρωπος''.

Ποτέ.
read more “ ”

2008 ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ



Στέκομαι σιμά σου και πλανεύομαι με αιθέρες. Κάθομαι πίσω απο
αγριοσυκιές κι έναν γερασμένο πεύκο πού διπλώνει το κορμί του σαν σκύβει να
φιλήσει το χώμα. Κρατώ στα γόνατά μου το α- νέλπιστο πένθος
ενός γυμνού μεσημεριου, τη χλωμάδα εκείνης της μέρας πού πίσω δεν γύρισε να
κοιτάξει το κιτρίνισμα των φύλλων. Δεν θυμάμαι πώς σαπίζουν τα
φύλλα στις ποδιές των δέντρων. Ξεχνώ. Και μαζί μου λησμονιέται ο
καιρός, ένας καιρός γιομάτος θυμωνιασμένα καλοκαίρια κι ελάχιστους χειμώνες. ''
Ελάχιστους'' ή πάλι σχιστούς χειμώνες.

Τί είναι αυτό πού θωρείς σαν ζερβά μου
ξαποστέλνεις τη ματιά σου; ''Στέκεται ένα τίποτα στο πλάι μου'', κραίνω δειλά κι
αμέσως αμέσως ανοίγουν πορτόφυλλα στις μακρινές μου πολιτείες πού
δίχως καμπανοκρούστη βάλθηκαν να γυρέψουν Εσπερινό. Σε τούτη τη λειτουργιά δεν
θά'ρθει κανείς και δίχως καντηλάκια θα γυρέψω ελπίδα. ''Δίχως ελπίδα''. Είπα πώς
τόύτο θα'ναι το όνομα της πολιτείας πού κρύβω στα στερνά μου. Κι εσύ τί
κοιτάς; Δεν φώναξα λαμνοκόπους στο φευγιό μου μηδέ και στρατηλάτες στο διάβα
μου. Τράβα στις καμωμένες απο γήινα φύλλα ιστορίες, παίξε τον ρόλο
ενός ληστή, ενός πληγωμένου κοπρίτη , ενός Φραγκίσκου της Ασίζης κι
έπειτα έλα να γδύσουμε τις πληγές μας και να τίς καμουμε νερό. Ξέρω κι εγώ να
κλαίω, μα δάκρυ απο τα μάτια μου στα χείλή σου δεν θά βρεις να ξεδιψάσεις. Ξέρω κι
εγώ να ουρλιάζω στις γειτονιές και τα λατομεία, στις αγορές και τα παζάρια, μα
φωνή δεν θα κρεμαστεί στα παραθύρια σου τις νύχτες. Ξέρω να πουλώ τη Μάνα
μου στις αγορές. Ξέρω να είμαι σαν κι εσένα, μα βαστιέμαι. Βαστιέμαι από' να δαδί
αναμμένο κάθε πού σπέρνει το δειλινό φωτιές στα πέρατα του
κόσμου.



read more “2008 ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ”

ΤΙ ΝΑ ΣΟΎ ΠΩ ?

Sunday, January 20, 2008


Με ρώτησες χθές πώς αντέχουν οι άνθρωποι δίχως φίλους . Μόλις που σκόρπαγα έναν μονόλογο πού'χα φυλαγμένο για σένα, κάτι απο κείνα τα σοφά τα λόγια σαν ξεσπούν μανιασμένα κάθε πού ρωτάς, ώσπου δεν απόμεινε λέξη πάνω στα χείλη μου.
- Πώς βαστάνε οι άνθρωποι δίχως φίλους, είπες.
Κι εγώ εκεί σιωπηλή, πίσω απο μιαν άλλη γραμμή, αιώνες μακριά, χρονια κουβάρια και λέξεις -λέξεις πού σβήναν ψιθυριστά ,εκείνο πού ποτέ δεν θα ειπωθεί:
- Πώς βαστάνε οι άνθρωποι, μέσα σ'ένα κύκλο απο φίλους και ζεσταμένες αγγαλιές, την καρδιά τους ξένη και μονάχη να βαδίζει ;
Πές μου πώς βαστάνε; Μα δε μίλησα.

read more “ΤΙ ΝΑ ΣΟΎ ΠΩ ?”

''ΕΓΩ - ΕΙΜΑΙ''

Friday, January 4, 2008

Πόσο άπληστα τυλίγεται η μοναξιά στα χέρια των Θεών ....
read more “''ΕΓΩ - ΕΙΜΑΙ''”

... ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ.

Sunday, November 25, 2007


Αφήνοντας την πιο ζεστή γωνιά μου με τούτη τη μουσική πού λάτρεψα και κείνο το σκοπό πού ολάκερη τη ζωή μου θέλω να συντροφεύει. Καιρός να τού δίνω.. Κούρασα και κουράστηκα, μά πιότερο τώρα έμαθα να τελειώνω όσα αρχίζω προτού φθαρούν απ' τα κοντύλια και τις σγουραφιές μου. Προτού ο χρόνος σκίσει τα υφάδια τους. Όμορφη μέρα, πού λένε και οι Κατσιμιχαίοι.

Κόβω τον ομφάλιο λώρο πού με δένει με τη γραφή... ή γι'απέλπιδa νησιά πάλι σαλπάρω;

Απάντηση καμμιά.



Καλή αντάμωση.
( THE LADY FROM ANOTHER GRINNING SOUL...)
read more “... ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ.”

ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ...

Saturday, November 24, 2007

read more “ΛΙΓΟ ΠΡΙΝ...”

Wednesday, November 21, 2007


....Μυστικό... σσσσ!
read more “ ”
Υ.Γ Πουλάω λέξεις. Άκου μία ακριβή: αργαδυνή. Θα πεί ... ''πολύ αργά''. Είναι απο κείνες τίς κρουστάλλινες λέξες πού άφησε ο Θεός λαγαρές να ποτίζουν το χώμα απόψε, μαζί με κείνα τα μορμολύκεια της σκέψης. Κοίταζα σήμερα το πρόσωπό σου κόσμε... Πόσο φοβισμένη στέκει η όψη σου, φώς μου!

Καλημέρα!
read more “ ”

ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ


Tί παράξενο αλήθεια... όσο η κάρδια γίνεται χίλια κομμάτια ο κόσμος ν' ανθίζει μ'εκπληρωμένους έρωτες. Λές και οι ουρανοί ανοίγουν ξάφνου τα πορτόφυλλά τους και μουσκεύει η γής, χορτασμένη βροχή σταλάζει στο χώμα της. Κάτι ώρες θά'ναι σάν και τούτες πού λές το κορμί πώς σε προδίδει και θές και σύ να βγείς γυμνός κάτω απ'τα σύννεφα να σηκώσεις τα δυό σου χέρια ψηλά να χορτάσεις τη δίψα σου. Ένας κόσμος φτιαγμένος απο χαρτί , νοτισμένο μ' εκπληρωμένους έρωτες, καμωμένος με τ'αδράχτι της ελπίδας .
Κι εγώ; Πώς βρέθηκα κάτω απο τούτο το τσίγγινο παράπηγμα να μετρώ βρόχινες ρανίδες να πετροβολούν τούτη τη πόλη. Ποιά χέρια σκεπάζουν εμένα; Καί πώς ξέμεινα διψασμένη τούτη τη νύχτα εκπληρωμένους αγέρηδες να καρτερώ;
Παλεύω με φαντάσματα από τότε πού αντίκρυσα το γαλάζιο τ' ουρανού και της θάλασσας. Κέρινα ομοιώματα πού λιώνουν κάτω από τίς πρώτες ηλιαχτίδες, στή νύχτα πάνω με βρίσκει το τελείωμα της τέχνης μου, εκείνο το αποκαμωμένο βράδυ πού μ'είδες να ξεπλένω τα χέρια μου πλάι σου και το χαρτάκι στο προσκέφαλό σου να χαράζει όνειρα ''Αύριο πάλι. Εσύ κι εγώ. Ποτέ μαζί.''
Πές μου πώς το' γράφε Θέε μου...'' Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια τού κάθε ανθρώπου. Υπάρχει μια στέπα σιωπής κι αμηχανίας''. Πάνω σε τούτη τη στέπα, πάνω σε τούτη τη στέρφα γή χορεύω τα ταξίδια μου, απλώνω κατάχαμα τα ονείρατά μου και πάιρνω να τριγυρνάω στα σοκάκια δίπλα σε κείνες τίς ανεκπλήρωτες πολιτείες πού κάποτε μού τραγούδησες. Ξέρω πώς δεν με καταλαβαίνεις. '' Μα αν σού μιλώ με παραμύθια και παραβολές , είναι γιατί τ'ακούς γλυκότερα....'' κι ο έρωτας, κι ο έρωτας δεν κουβεντιάζεται Θεέ μου. Έτσί; Θά' ναι πού τη λαλιά του θέλησες να τη χαρίσεις στα μάτια των ποιητάδων στα φτερά των γεράνων στα δίκοχα των πολέμων. Ξέρω πώς είσαι εκεί, μά δεν θ'απαντήσεις.
Ετούτο το έτος της σιωπής θαρρώ πώς θυσιάζω στο βωμό των ανεκπλήρωτων εγκωμίων, στα λιγοστά των ανθρώπων, κι αφήνω τούς πολλούς στα εκπληρωμένα θέλω τους να ξεπεζεύουν το ξημέρωμα στίς πόλεις. Βαυκαλίζομαι πώς τα ταξίδια ,το λοιπόν, δεν έχουν τελειωμό κι η θάλασσα είναι απέραντη σαν χύνεται μέσα στ' αυλάκια της ζωγραφιάς μου. Έχει το χρώμα σου, θυμάσαι;
Ξαναγεννιέμαι Θέε μου θα πεί πονάω. Σωστά;
Δικαιοσύνη θα πεί πώς πληρώνεις όσα αρνήθηκες να δείς.
Όσα φοβήθηκες.
Έρωτας θα πεί...
'' ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ... εκεί, πάνω σ'αυτό το ΕΛ η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.''
Τί να' λεγαν τα λόγια παρακάτω, άραγε; Εκείνο το άλλο μισό τής πέτρας ποιός το' κρυψε κάτω απ'τίς φτερούγες του;
Ξέρω πώς δεν θα μάθω ποτέ.
read more “ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ”

Saturday, November 17, 2007

read more “ ”

''Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ''

Thursday, November 15, 2007

Απόψε στο περβόλι μου το μαγικό
θα σε τραβήξω αγαπημένη,
κάτω απ’ τη γέρική μου Ιτιά,
κι εκεί σιγά σιγά,
στην αγκαλιά μου ακουμπισμένη,
όσο η Σελήνη θ’ ανεβαίνει,
χλωμότερη κι από γυναίκα πεθαμένη,
σιγά σιγά, ψιθυριστά,
θα σου ιστορήσω ένα ένα
τα θλιβερά μου μυστικά…

Μυρτιώτισσα




Κάποτε μού ζήτησαν ένα μονόλογο να τον εκάμω δικό μου, να τού φορέσω στολίδια, ΄κι έπειτα να τον κοιμίσω επάνω στα μωσαικά μιάς παγωμένης αίθουσας. Κρούσταλλα τα χέρια και τα πόδια μου , μά έτσι έπρεπε να'ναι, τί ήμουν ένα φεγγάρι, γυμνό μές τα σκοτάδια μιάς πόλης. Έχεις ακούσει ποτέ το φεγγάρι να θρηνεί; Έλεγε θαρρώ:<< Είμαι ένας κύκνος στρογγυλός μές το ποτάμι/ είμαι ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά/ και μες τις φυλλωσιές / φαντάζω ψεύτικο φώς της χαραυγής.>> Δεν μπορώ ακόμη να θυμηθώ γιατί το πήρα μαζί μου ετούτο το φεγγάρι και πώς ξεδιπλώθηκαν απόψε τα τυλιγάδια της μνήμης, μά λέω πώς θυμάμαι τη μοναξιά του. Είχε μιά στάλα δάκρυ στα μαγουλά του σαν αποξεχασμένος δροσουλίτης κι ένα μίσος κρυμμένο σα δρεπάνι στο θηκάρι του... είχε κάτι απο το σήμερα ίσως και απο την αύριο πού επιμένω να μήν ξέρω.
Δεν ξέρω γιατί απόψε διπλώθηκε στα πόδια μου ετούτο το φεγγάρι, μονάχα πού να, σκεφτόμουν χθές πώς είν παράξενος ο πολεμος μές τις ψυχές των ανθρώπων σάν έρθει η ώρα του θερισμού. Ώρα του θερισμού θα πεί στιγμή δικαιοσύνης, σαν εκείνη πού σκορπίζουν οι Θεοί πανω στ'αρχοντικά των ανθρώπων κάτι ώρες σιωπηλές, ξεχασμένες , βουβές σαν χιονισμένα απόβραδα του Δεκέμβρη.
Καράβια οι άνθρωποι, κι όλο για καινούρια ταξίδια κινούν, χώρες μακρυνές , φτιάνουν χάρτες με το φτωχικό τους μυαλό, κι έπειτα παίρνουν ν'αλαργεύουν κατά το Νότο, σαν τα πουλιά . Σαν τα καράβια.
- Πού πάτε μωρέ, όλοι σας, φωνάζει ένας γερασμένος πεύκος. Δέστε τα ποδάρια σας στη γή , τί μού υψώσατε κατάρτια, πανιά γιά πούθε σηκώσατε, με τέτοια φουσκοθαλασσιά;
*************************************************
Θα χαλάσει ο καιρός, το άκουσα σήμερα.
Καράβια οι άνθρωποι, αναπαμό δεν κατέχει η ψυχή τους. Ποιές είνα εκείνες οι κυράδες πού τούς κουνάνε λευκά μαντήλια απ'τις στεριές; Εκείνες πού ξεπλένουν το τραγούδι του νόστου με δάκρυα πλάι στα τρεχαντήρια...
Μού πήραν τα ταξίδια μου. Μ' ακούς;
read more “''Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ''”

ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ

Ανάμεσα σε δυό πικρές στιγμές δεν έχεις καιρό μήτε
ν' ανασάνεις
ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό σου
μιά τρυφερή μορφή παιδιού γράφει και σβήνει.

Γ. Σεφέρης



read more “ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ”

ΚΟΚΚΙΝΟ

Tuesday, November 13, 2007


Κάπως έτσι ζωγράφισες πάνω σε τούτες τις ώρες τα χείλη σου. Σά νά κλεισες μές τις παλάμες σου ολάκερο το πορφυρό του κόσμου, κι έπειτα πήρες ν' αγγίζεις εκείνο το αξεδιάλυτο ''γιατί'', τίς σκόρπιες ώρες της πρωινής σαγήνης, το στήθος μου, τα χέρια κι όλες μά όλες τίς αλαργινές μου ώρες. Όμορφα θαρρώ να σε χαιδεύουν δυό κόκκινα χέρια κι άς μίλησαν οι ποιητές σ 'άλλους καιρούς για τα λευκά '' τα περιστέρια'' . Πόση αθωότητα να χωρέσει στις μέρες μου; Καί πόση αμαρτία θέ να χωρέσει απο τα πορτόφυλλά σου;
................................................................................
Ξέκλεψα κι ένα βερνίκι απο κάποιο μαγαζί- κόκκινο σαν τη ψυχή σου. Το φοράω( σ'αρέσει;)
Κι εκείνο το φόρεμα πού στάθηκε να ρεμβάζει πίσω απο το τζάμι κάποιας βιτρίνας- κόκκινο όπως τα μάτια σου βουτηγμένα στον έρωτα. Θα το πάρω μαζί μου( μήπως ανταμώσουν τα φεγγάρια μας κάποιο νυχτέρι).
Κάπως έτσι λοιπόν, σήμερα. Ναί, τύλιξες τίς στιγμές μου.
Να δείς τί ξέσπασε στο μυαλό μου σαν καλοκαιρινή καταιγίδα τώρα... Πάλι μνημούρι στον Αγγελόπουλο θα στήσω. Ένας άνθρωπος στη μέση του πουθενά αναμεσα στα βουνά, πλαντεμμένα τα φυλλοκάρδια του απο το στασίδι της μοναξιάς, ουρλιάζει κι αγροικά την αντιλαλιά του. Μασουλάει ένα μπισκότο και καθώς κοιτάει τα χαρακωμένα βουνά πετάει ένα κομμάτι στο κενό :'' Έεει, μοναξιά, πάρε κι εσύ ένα μπισκότο'', τής φωνάζει.
read more “ΚΟΚΚΙΝΟ”

ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ

Sunday, November 11, 2007


Χθές βράδυ σαλπάρισαν στα ονειρατά μου τρεχαντήρια κι ένας γαλάζιος ήλιος γιομάτο ξόμπλια στα μαλλιά του σκόρπισε τις φτερούγες στις αδειανές μου τσέπες. Είχε δυό μάτια βαμμένα με κείνο το μενεξελί πινέλο, καί κάθε τόσο βουτούσε δυό χαρακωμένες απαλάμες στη θάλασσα με τ'ακρονήσια της, σαν έπαιρνε να βραδυάζει. Δεν ήσουν εκεί, θυμάμαι. Μονάχα η ματιά σου ξαστέρωνε το πέλαγος, μά κείνες τις χαρακωμένες φούχτες πού ποτέ δεν θα ξεχάσω, θαρρώ πώς στεκόντουσαν σα σκιαγμένα θαλασσοπούλια πανωθέ μας. Πώς μού'ρθε τότε, κι αρχίνησα να ψαχουλεύω μέσα στις τσέπες μου ένα χαρτάκι, το σήκωσα στις φούχτες μου μά δεν πρόφτασε η μιλιά μου να ορμηνεψει το θωρί του. Σηκώθηκε , λέει, ένας πλατύφυλλος άνεμος όλο αρμύρα στα μεδούλια, κι έλυσε μονομιάς τα χέρια μου. Κι έπήρα να τρέχω ξοπίσω απο τίς χάρτινες λέξεις πάνω στην άμμο του μεσημεριου΄. Μά η άμμος γίνηκε χοχλάδι τραχύ και τα ποδάρια μου βαρύναν σα μολυβένιοι στυλοι, ανάσα δεν ξέμεινε στα στήθια μου, μα κάτω δεν τό'βαζα. Είδα τότε τις χάρτινες λέξες να παίρνουν τη μορφή σου, σάρκα να γίνεται η αλφάβητος, κι όσο πλάταινε ο ορίζοντας τόσο σε χάνανε τα μάτια μου. Σε θυμάμαι να τυλίγεις τη πνοή σου μ' ένα κυανό πέπλο γιομάτο κοχύλια, σάμπως νά'θελες, λέει, να ζουρλάνεις τη σκέψη μου πού σε πήρε το κατόπι κι εβάλθηκα να μη ξεκρίνω πιά τα μάτια σου απο τις γλαυκές σελίδες τού ονείρου. Δεν θυμάμαι τίποτα για τα τρεχαντήρια ούτε για τούς ανέμους πού κάρπιζαν τον κάματο σε κείνα τ' ακρογυάλια. Μονάχα τη μυρωδιά σου δεν μίσεψα απο πάνω μου, έτσι λέω, σάμπώς να θέλω να σε κρύψω βαθιά σε τούτα τ'ανείπωτα του κόσμου αγέρας ανθρώπινος να μη μολέψει άλλο το κορμί σου.
read more “ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ”

L' ETERNITE ET UN JOUR *

Sunday, November 4, 2007


''20 Σεπτέμβρη 1966
Κοιμόσουν ακόμα όταν ξύπνησα. Σε κοίταξα δίπλα μου ν'ανασαίνεις. Ονειρευόσουν Αλέξανδρε; Το χέρι σου κουνήθηκε λίγο σαν να μ' έψαχνε, τα βλέφαρά σου έπαιξαν κι έπειτα βυθίστηκες πάλι. Μια σταγόνα ιδρώτα ανάμεσα στα μάτια σου κύλησε και ταξίδεψε... Το μωρό απο δίπλα μουρμούρισε ένα σιγανό παράπονο, μια πόρτα έτριξε. Βγήκα στην βεράντα κι έκλαψα...
Να μπορούσα να κρατήσω αυτή τη στιγμή να την καρφιτσώσω σαν πεταλούδα να μην φύγει. Σού γράφω μπροστά στη θάλασσα πού απλώνεται λιπόθυμη, το σπίτι μυρίζει ζεστό γάλα κι υγρό γιασεμί. Σού γράφω, σού μιλάω, νιώθω πώς σε έχω πλησιάσει τόσο πολύ πού μού αντιστέκεσαι. Απειλώ τον κόσμο σου, Αλέξανδρε;
Κι όμως , δεν είμαι παρά μιά ερωτευμένη γυναίκα...
Τη νύχτα σε κοίταζα, δεν ήξερα αν κοιμόσουν ή σώπαινες, φοβόμουν αυτό πού μπορούσες να σκέφτεσαι, φοβόμουν ότι είχα μπεί μες στη σιωπή σου κι άρχισα να δείχνω έυθραυστη με το μόνο τρόπο πού ξέρω, με το κορμί μου. Γιατί τότε δεν κινδύνευε η δική σου ασφάλεια..
Δεν είμαι παρά μιά ερωτευμένη γυναίκα, Αλέξανδρε...
Περπάτησα γυμνή στην άμμο, ο αέρας φυσούσε, ένα καράβι πέρασε, αργούσες να ξυπνήσεις. Πάνω μου η ζεστασιά σου ακόμα. Δεν τολμούσα να ονειρευτώ ότι μ' ονειρεύεσαι... Άχ, Αλέξανδρε, αν για μιά στιγμή το πίστευα θα διαλυόμουν σε μιά κραυγή...''
Υ.Γ Ετούτα τα λόγια πού με ταξίδεψαν, στα χαρίζω, κι άλλα πολλά, επειδή δεν θέλω τίποτα δικό μου να κρατώ πιά μέσα στις χούφτες μου...
* Τα λόγια κλεισμένα σ'ένα γράμμα απο την ομώνυμη ταινία του '98: ''Μία αιωνιότητα και μία ημέρα '' του Αγγελόπουλου.
read more “L' ETERNITE ET UN JOUR *”

Saturday, November 3, 2007





Θέλω να σού δείξω το αγαπημένο μου φιλμάκι, χρόνια τώρα, κι είναι απο τίς λίγες αγάπες πού μείναν αναλλοίωτες μέσα μου... αν έχεις την υπομονή δές το όλο, αλλιώς αρκέσου στην αγαπημένη μου σκηνή.
read more “ ”

ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ

Διαβάζω ξανά και ξανά εκείνες τις μέρες... Διαβάζω εσένα, με δυο μάτια χαραγμένα και μια νύχτα απο ασήμι να κρεμάει λύπες στα μαλλιά μου, να λαχτίζει τους φόβους. Έχω μια φωνή μέσα μου πού αλαφρώνει τη σκέψη κι απηλογιέται στο πόνο αποβραδίς σαν στρώνει σιμά μου να πλαγιάσει... '' Άρατε πύλας'' , κραίνει τ' αχείλι της, και ζυγώνει τ'αποδέλοιπο τού νου΅... καρδίας ''. Ανανογιέμαι, κάπου- κάπου, ποιός έμαθε ποτέ πώς ψιθυρίζουν τ'άστρα , πλάι στα λόγια σου...
Εγώ όμως ετούτη τη φωνή τη στέριωσα δίχως θεριωμένους φόβους στη ζωή μου κι έχω '' ήρωες'' γιομάτο πληγές αποκαμωμένους στη σκήτη τους να σού φανερώσω. Εσύ; Ακούς ποτέ φωνές να σού διατάζουν τη ψυχή;




* Όχι, η φωτογραφία πού βλέπεις δεν στέκει άσχετη στον τοίχο. Είναι η πιό φοβισμένη αγγαλιά μου κι ένα παράπονο πώς δεν ήρθε ακόμη η ώρα πάνω σε τούτον τον κόσμο....για μένα.
read more “ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ”
 
Google Analytics Alternative