Ο ΜΥΘΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥΣ

Sunday, February 3, 2008

Όλοι τούτοι οι κύριοι βρίσκονταν μέσα
όταν εκείνη μπήκε ολόγδυτη,
εκείνοι είχαν πιεί κι άρχισαν να τη φτύνουν,
εκείνη δε καταλάβαινε τίποτα, μόλις βγαλμένη απ'το ποτάμι:
ήταν μια Σειρήνα πού'χε χάσει το δρόμο,
οι βρισιές κυλούσαν πάνω στη λεία σάρκα της,
η προστυχιά σκέπαζε το χρυσό της στήθος,
εκείνη δεν ήξερε να κλαίει, γι'αυτό δεν έκλαιγε,
δεν ήξερε να ντύνεται, γι'αυτό δεν ήταν ντυμένη,
τη στιγματίσανε με τσιγάρα και αναμμένα φελλά
και γελούσαν μέχρι που κυλίστηκαν στην ταβέρνα χάμω
απ'τα γέλια,
εκείνη δεν μιλούσε γιατί δεν ήξερε να μιλάει,
τα μάτια της είχαν χρώμα έρωτα μακρινού,
τα μπράτσα της ήταν χτισμένα από δίδυμα τοπάζια,
τα χείλη της σκιστά στο φώς του κοραλλιού
κι ευθύς από τη θύρα τούτη βγήκε
και μόλις μπήκε στο ποτάμι, έγινε κατακάθαρη,
έλαμψε σαν άσπρη πέτρα στη βροχή
και δίχως να κοιτάξει πίσω κολύμπησε ξανά,
κολύμπησε ως το ποτέ πια, ως το πού πεθαίνουν.

Π. Νερούδα

0 σχόλια:

 
Google Analytics Alternative