Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Thursday, August 2, 2007


Σά θα με βρούνε πάνω στο ξύλο τού θανάτου μου

γύρω θά' χει κοκκινήσει πέρα για πέρα ο ουρανός

μιά υποψία θάλασσας θα υπάρχει

κι ένα άσπρο πουλί, από πάνω, θ'απαγγέλλει μέσα

σ'ένα τρομακτικό τώρα σκοτάδι, τα τραγούδια μου.


Μίλτος Σαχτούρης [απο τη συλλογή Τα Στίγματα]

read more “Ο ΠΟΙΗΤΗΣ”

ΣΑΝ ΒΓΩ ΑΠ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ

Tuesday, July 31, 2007









Τί με κοιτάς;

Δεν χωράνε τούτα τα λόγια σ'ένα καλοκαίρι, σωστά;

Ψάχνεις ακομά να ξεκρίνεις τους χειμώνες απο τα καλοκαίρια, λές, αναζητάς χαμένους ήλιους ή πάλι καρτεράς λησμονημένες θάλασσες, τώρα πιά. Δεν αντέχεις, λές, να βλέπεις, μά ξάφνου αλλού αποστρέφεις το βλέμμα. Κείνο το βλέμμα πού κουβαλάς σε κάθε πόλεμο, σε κάθε θάνατο, σε κάθε γιορτή.
Γιατί χάνεσαι, άνθρωπε;
Πού χάνεσαι, ρώτώ, πόσα ηλιοβασιλέματα κίνησες ν'αφήσεις ξοπίσω σου;
Ναι, ξέρω πώς πονάς, και πώς τ'αγγάθια δεν βαστά το δέρμα σου που χρόνια τώρα μόλεψε η βροχή πάνω στις πεδιάδες σαν ξάπλωνες να ξαποστάσεις. Δεν είναι λύση, σού φώναζω, η λησμονιά, κι όσες σκιές ξαπόστειλες στα λαγούμια της ζώής σού πίσω απο τα παραπετάσματα των φόβων σου, τούτες εγώ θε να ξεθάψω.

Μή με θυμώνει το βλέμμα σου, άνθρωπε.
Σωθήκανε τα χρόνια που ξεκρέμαγες πανιά πάνω στ' άρμπουρα της λευτεριάς σου, ήρθαν χρόνοι πού γδάρανε τις κυανές σου ακτές, τις φωτισμένες βόλτες σου κάτω απο αστροκέντητους ωκεανούς. Τώρα πού πια το θέλησες με το μαχαίρι των τριγμών με τη ρομφαία του χρόνου, αναποδογύρισες τη πλάση, κι είναι πιά ώρα την αλήθεια, λέω, να κοιτάξεις,- πιό βαθιά τον πρόγονο στα μάτια.
Φτάνουν οι επιτύμβιες στήλες πού 'στηνες πέρα απο τα παραπήγματα , πίσω απο λαβωμένους θούριους και νίκες περίλαμπρες έχτιζες στα όνειρά σου.

Πάλι αποφεύγεις τη σιωπή,κεί πού κρύβεται η αλήθεια. Φτάνει ν'ακούς φωνές, φτάνει πού τίποτε δεν έμαθες.
Κι όμως, πάλι στα ίδια μέρη θ'ακουμπήσει η ανάσα σου σαν κάποτε γύρίσεις. Τέλικά, είναι πού τίποτε δεν έσβησε η φυγή σου, έρμε αποστάτη, κι ύστερα υψώνεις το χέρι στους ουρανούς...
Πώς να κλάψω σαν σε αντικρύζω, πώς να γελάσω σαν το είδωλό σου ξέφεύγει απο τη σάρκα σου, φθηνά και τα πλουμίδια πού χρόνια ύφαιναν μανάδες σε καιρούς ελπιδοφόρους, για σένα. Μα, δεν μπόραγες να τα κρατήσεις κεντημένα πάνω στο κορμί σου. Ήθελες, λέει, να' σαι ελεύθερος.

Κοίτα γύρω , άνθρωπε, σαν τα πρωτοβρόχια σε γυρίσουν πίσω στα χαλάσματα πού ρίζωσε ο ίσκιος σου, κοίτα γύρω σου και πές μου - τί σε κρατάει πάνω σε τούτους τους τόπους;
read more “ΣΑΝ ΒΓΩ ΑΠ' ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΥΛΑΚΗ”

ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΓΙΑΤΙ ΑΝ ΓΛΥΤΩΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ.

Monday, July 30, 2007



Για κείνο το ''βλαστό'' πού κρύβεις βαθιά μέσα στα σπλάχνα
σου, γυναίκα.

Για το παιδί πού δεν θ' αντικρύσει ποτέ το χρώμα
μιάς εύφορης γης

πού δεν θα κρατήσει τους ροδαμούς της άνοιξης
στις ανοιχτές του παλάμες,

για όσα παιδικά γέλια σκορπούν την ώρα
ετούτη ελπίδα στις ξαστεριές του κόσμου.


Μόνο για κείνα. Δεν είναι άραγε
αρκετό;


read more “ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΟΥ ΤΟ ΠΑΙΔΙ, ΓΙΑΤΙ ΑΝ ΓΛΥΤΩΣΕΙ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΥΠΑΡΧΕΙ ΕΛΠΙΔΑ.”
 
Google Analytics Alternative