
5/8/200;
Monday, August 4, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 7:08 PM
Να μούκλέβεις όσα βάνει του μυαλού το κοντύλι χαραγμένα στα μάτια μου. Να μην αφήνεις πεθυμιά να ριζώσει στον τόπο της. Τί ζήτησα μωρέ;; Μια θάλασσα και τούτη τη γαλήνη που λησμόνησε το ριζικό '' ενός ανθρώπου που ξαστόχησε''. Την αλμύρα να παιδεύει τα χείλη μου κι έναν άνεμο με σταρένιο χρώμα στη δορά του. Τί μου΄δωκες στις απαλάμες μου, ερημοσπίτη; Λίγο απο τον κουρνιαχτό της πόλης, μισόκλειστα πορτόφυλλα, την αδημονιά του χειμώνα. Τούτο είναι το σημείο που ψιθυρίζει ο σκοπός της ζωής '' πάλι από την αρχή'', να φτιάχνω χάρτινα καράβια μες τις χούφτες μου, στις πλάτες τους να κουβαλούν ονείρατα και πεθυμιές κι ένα σκαρί χαραγμένο πάνω στην αύριο που χόρτασε να περιμένει.
Περνούν οι μέρες σαν σκιές πάνω σε τοίχους. Κι εγώ πλέκω φαντάσματα , τυλίγω σπίτια κι ανθρώπους, σκυλιά που αλυχτάνε στα ξέφωτα, φίδια και μαρμαρυγές άστρων. Ωραίο το παιχνίδι, αρχοντά μου. Μα τώρα πια πήραν μορφή και τούτα κάτι βραδιές καμώνονται τα σώματα κι απλώνουν την ανάσα τους στο διάβα μου. Δεν τους μιλώ. Καμώνομαι του λόγου μου πως κείνα δεν υπάρχουν.
Πώς να μερέψεις τη ψυχή σου. Μού λες;;
ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ
Friday, August 1, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:26 PMΛοιπόν, για πες μου, σε χειροκρότησαν; Εκεί που πήγες λέω, σε
χειροκρότησαν; Δεν μπορει, σαν άκουσαν εκείνη τη φράση σου '' η μελανείμων κόρη
του αιώνα μας'' ..ώ, τι μεγαλειώδης λέξη, κι εκείνη η ανάσα σου, τα χέρια
σου σαν ψαύανε τις γραμμές. Μα, θα πρέπει να ήσουν υπέροχος καλέ μου. Τελικά, η
ποιηση είναι το χειροκρότημα. Είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες πάνω στα καθίσματα
κάποιας χνοτισμένης αίθουσας, τα τυροπιτάκια παγωμένα, whisky με πάγο . Τα
χαμόγελα, μα ναι, ξέχασα τα χαμόγελα και η αδημονία που κρέμεται στα στόματα σαν
χασμουρητό. Αδημονία. Όχι, δεν είπα υπνηλία. Με συγχωρείτε. Πώς θα μπορούσα!!
Το τραπεζάκι, πάνω τα βιβλία- ανάγλυφα εξώφυλλα- ce magnific -
'' εδώ παρακαλώ'', κι εκείνη η μελωδία στο πιάνο χόρευε δίπλα στις λέξεις σου,
καλέ μου, δεν θυμάμαι πως είπε πως λεγόταν κι ένας αριθμός, ω ζαλίστηκα. Ο
πρόεδρος... , η σύζυγος..., ο Πρέσβης..., βουλευτής προς το παρόν Β
Αθη.... Αύριο όλες οι εφημερίδες. Χαμογελάστε... με κείνο το δρεπάνι που κάποτε
κρεμάσατε στα χέιλη σας. Ναι, μη μασάτε ταυτόχρονα. Δεν είναι
πρέπον.
Μη ξεχάσουμε... τις λεζάντες που θα γίνουν σκιά σου '' ποιητής-
συγγραφέας - νομίζω αν θυμάμαι καλά πως είναι το ίδιο - .....'' και τη
φωτογραφία να διαβάζεις Ελύτη - Μπρετόν- Ελυάρ ( την Κική ξέχασα..) στο γραφείο
σου απο αφρικάνικο ξύλο.
''Αγάπη... ναι στο τάφο σου θα σκαλίσω με χρυσοποίκιλτη κλωστή
τη λέξη '' ποιητής''. Μην κλάψεις σαν τα εγγόνια σου ξεχάσουν το καντηλάκι σου
σβηστό και φάνε το αφρικάνικο ξύλο. Άλλες εποχές. Κι εσύ δεν μπόραγες ούτε
στις δικές σου να στεριώσεις ρίζες. Αλήθεια, ''εκσπερμάτωσες'' ποτέ
;
Wednesday, July 30, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:06 PM
ONLY IF I...
Monday, July 28, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:39 PMΝύχτες.
Μετρώ,
πάνω σε σεντόνια που ξέφτισαν στων χρόνων,
τις ερωτοτροπίες,
τους ψίθυρους στα σκαλοπάτια , σαν ξαποσταίνουν πάνω στη πέτρα
την πρύμνη που σκάλιζες για να χαράξεις περάσματα στη θάλασσα .
Το ηλιοβασίλεμα, φίλε μου. Κι εκείνες οι μπογιές σαν έπεσαν απ'τα χέρια σου γινήκανε κουπιά. Κι είπες τούτα θα γίνουν τα πινέλα πάνω στα χέρια των ανθρώπων.
Άλλοι γύρευαν φτερά στις πλάτες τους, άλλοι κουπιά στα χέρια τα χλωμά.
Άλλοι πινέλα.
Ποιός ήρθε εκείνες τις μέρες στους στεργιανούς να μιλήσει για κύμματα, ήταν τις ώρες που είδα στα μάτια να λεφτερώνεται σκιαγμένη η κόχη -σαν χυμένο μολύβι- κι έπειτα στη στέγη τ'ὀυρανού να κρεμάει τον ίσκιο της. Μολυβένιο το φεγγάρι ετούτες τις μέρες. Σκιαγμένο.
Δεν το είδες, μονάχα σαν σού απόσωνα τα σημάδια στις χούφτες σου, χαμογέλαγες , τα πέρναγες λέει για βότσαλα. Κι ύστερα , τα πέταγες σε κάποια θάλασσα. Ποτέ μακρυά, φοβόσουν μη ναυαγήσουν τα καράβια απ'την πετριά που λάχτιζε το χέρι σου.
Ναυάγια τα μάτια σου. Ποιός φοβήθηκε για χάρη σου.
Σταθήκαμε να ξαποστάσουμε λίγο τη σιωπή που κένταγε όλη νύχτα τα πρόσωπά μας. Μας έπιασε ένα γέλιο αλαργινό και κάθε που έβρεχε ο ορίζοντας τον ήλιο, χαιδέυαμε την ηχώ που άλλη κραυγή δεν είχε. Μα γέλιο δεν θύμιζε. Κάτι σαν κύμα. Σαν συριγμός. Μα γέλιο δεν θύμιζε.
Την τελευταία φορά που σ'ἀντίκρυσα ....είχες έναν ανθισμένο κήπο κρυμμένο στον κόρφο σου και στα μάτια θέριευαν φλόγες κίτρινες , σαν χειμωνιάτικο πρωινό. Έκανες να φύγεις.
-Μη φύγεις.
Τώρα κρατώ το διακαμό σου. Αύριο...εσύ.
Αθήνα
Καλοκαίρι, 2011
Sunday, July 27, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:15 AMνα χώσω τη μούρη μου μες τα μαλλιά σου, που'ναι
σα χόρτα στην άκρη του ποταμού.''
Μ. Χατζηλαζάρου
υ.γ
Friday, July 25, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 1:13 AM''ΤΟ ΕΡΩΤΕΥΜΕΝΟ ΣΥΝΝΕΦΟ''
Monday, July 21, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 11:33 PM
7η ΜΕΡΑ
Sunday, July 13, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 5:03 PMΧθες βράδυ, ξαπόστασα για λίγο στα σκαλοπάτια σου. Όχι πως το ήθελα. Μονάχα ο χρόνος φόρεσε ανάποδα τις φορεσιές του για το χατήρι της μορφή σου. Ξαγρύπνησε πλάι σε ξεκούρδιστα ρολόγια, μισοφεγγαράδες γιομάτες ήχους απο τριζόνια, λιλιπούτειους πραματευτάδες , μυρωδάτους ταρσανάδες πέρα στα βάθη της Ανατολής. Είπε, λοιπόν, να σού κάμει το χατήρι. Παραμύθια γι'απόψε. Απο κείνα που πλέκουν μαλαματένιοι αργαλειοί, που ξαγρυπνάνε στα σεντόνια της ξανθής κόρης, κείνα που πελεκάνε τους τρούλους και τα καμπανάρια μιας νυφιάτικης μέρας. Εσύ, πού στέκεσαι; Μέσα σ'όλα ετούτα...
''Η νύχτα απλώνει σαν το μελάνι πάνω στο μαντήλι'', έτσι δεν φώναξε κάποιος ποιητής χαράζοντας μ'ασήμι την απόγνωση; Αρπάζω το μολύβι μου. - Δεν βαστούν σήμερα οι άνθρωποι μολύβια -. Και λέω, πως δεν είσαι πια παραμύθι. Μηδέ μάγισσα, ούτε και κείνο το ξωτικό που γνέφει στους περαστικούς το λάθος μονοπάτι, ούτε η λαγνεία του έρωτα, ούτε και κείνο το θεριωμένο παραστράτημα, το πρώτο δάκρυ. Μοναχά ένα παιδί. Και κείνη την πρώτη λέξη μου, που θυμίζει μοναξιά, μην τη θαρρείς φτωχή και παραπονεμένη. Ένα παιδί που τόση δίψα πλαντάζει τα στήθια του, μοιάζει να γίνεται φωτιά, λάβα που ξεμυτίζει απο πλαγιές και καίει όσα η γη ξεβράζει στο διάβα της. Κι η θάλασσα; Ποιός είπε πως δεν διψάνε οι θάλασσες κι οι στεριές πως είναι χορτασμένες... Ρίχνω στη δίψα σου λοιπόν ετούτο το παραγάδι και βγάζω απο μέσα σου εκείνα που τα λόγια δεν μετράνε στα φύλλα τους κείνα που μονάχα τα μάτια ψελλίζουν δειλά. Σαν τολμούν.Σαν σφάζουν τους φόβους τους μεσοστρατίς κι έπειτα παίρνουν να τους κρεμάσουν φυλαχτό σε κάποιο δοιάκι. Για τούτο το παιδί σε πήρα κάποτε στο κατόπι. Για τούτο το παιδί γύρισα τις λέξεις ανάποδα, όπως τούς έπρεπε κι έπειτα κρέμασα ερωτευμένα σύννεφα στά ξάρτια μου.
Είπα κι άλλα πολλά στις νυχτιάτικες αρμάδες, χθες. Πολλά που δεν γράφονται κι άλλα που μένουν χαραγμένα στη φορεσιά της. Τούτα εδώ ξεγλύστρισαν φαίνεται μες τις χαραμάδες τ'ουρανού. Ας είναι. Τα υπόλοιπα τ'αποκοιμίζω στην ασφάλεια της ζωής, στα σεντόνια που σιχάθηκα πανωθέ τους να κοιμάμαι.
Sunday, June 29, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 1:08 AM
''Αλλάζει πρόσωπα ο Έρως
αλλάζω πρόσωπα κι εγώ.''
Νοστάλγησα ένα σπίτι στη θάλασσα. Δίχως παράθυρα, έναν ήλιο να στεγνώνει τα πρόσωπά μας. Την αράχνη στο βάθος του τοίχου να κεντάει το σταυρό της στο προσκεφάλι σου. Το τσάκισμα του ήχου πίσω απο τα σανίδια του μεσημεριού κι ένα ξεχασμένο βινύλλιο. Το διπλανό περιβολάκι σπαρμένο αναμνήσεις, η μυρωδιά σου . Η μυρωδιά της. Δεν υπάρχω μέσα σε κείνο το κρεβάτι. Απόψε δεν υπάρχω πουθένα στις σκέψεις μου. Έλα . Κοντά μου. Κι έπειτα θα σε μάθω να μαζεύεις στις χούφτες σου τ'αστέρια της θάλασσας, θα σ'αφήσω να φορέσεις το καπέλο μου, θα χορέψουμε πίσω απο'κείνες τις λεύκες, τώρα πια ξεγυμνώθηκαν καρπό. Και σαν ξυπνήσει η πρώτη ακτίδα μές τα μαλλιά σου, μη φύγεις. Μη φύγω. Έχουμε τόσα καλοκαίρια να ψιθυρίσουμε όσα λησμόνησε η σκέψη πλάι στο κύμα. Πουλιά καλοκαίρια, μισεμένα στο νότο, λινά καλοκαίρια φορεμένα στο στήθος σου. Γαλάζιες οι λέξεις, πλέκουν στον αργαλειό τ'ουρανού τα μάτια σου. Δεν σού αρκεί, το ξέρω. Απόψε μού λείπουν οι μουσικές σου. υ.γ Τα μαγικά σου.
Απόψε. Γύρεψαν φυλλωσιές τα όνειρα να σκεπάσουνε τη νύχτα. Γυμνή, μού πάει καλύτερα, θάρρεψα να ξεστομίσω. Πλάι στους φάρους.
''ΝΕΚΡΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ''
Tuesday, June 24, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:15 PM
ΧΑΡΟΣ: Κατέβαινε, βρε καταραμένε, τον ναύλο!
ΜΕΝΙΠΠΟΣ: Δε πα' να φωνάζεις Χάρε, όσο σ' αρέσει.
Χ: Πλέρωσε ρε σου λέω, για το ταξίδι που 'καμες!
Μ: Δε μπορείς να πάρεις από κάποιον που δεν έχει.
Χ: Καλά! Υπάρχει κάποιος που να μην έχει έναν οβολό;
Μ: Αν είναι και κάνας άλλος, δε ξέρω. Εγώ πάντως δεν έχω.
Χ: Βρωμιάρη. Θα σε πάω στον Πλούτωνα, αν δε πληρώσεις.
Μ: Κι εγώ θα σου ρίξω μία με το κουπί και θα σου σπάσω το κρανίο.
Χ: Τζάμπα ταξίδεψες δηλαδής;
Μ: Ο Ερμής, που με κουβάλησε 'δω, να σε πλερώσει.
ΕΡΜΗΣ : Θα 'πρεπε να πουληθώ ολάκερος αν ήταν να πλερώνω τους πεθαμένους.
Χ: Δε θα το κουνήσω στιγμή από κοντά σου.
Μ: Αν είν' έτσι, βγάλε όξω τη βάρκα και κάτσε. Μα δεν έχω μία! Τι θα πάρεις;
Χ: Δεν ήξερες ρε, πως έπρεπε να 'χεις το ναύλο;
Μ: Το 'ξερα και λοιπόν; Αφού δεν είχα μία, τι να 'κανα; Να μη πέθαινα;
Χ: Δηλαδή μόνο συ θα καυχιέσαι πως τη πέρασες τζάμπα;
Μ: Ε όχι και τζάμπα ρε μάγκα! Νερά έβγαζα, κουπί τράβηξα και μόνο 'γω απ' όλους, δεν έκλαιγα!
Χ: Αυτά δε περνάνε σε βαρκάρη! Πλέρωσε το ναύλο. Δε μπορεί να γίνει αλλιώς!
Μ: Ε τότε γύρνα με πίσω...
Χ: Ωραία τα λες. Να τις φάω κι από πάνω από τον Αιακό!
Μ: Ε τότε μη μου κολλάς.
Χ: Δείξε μου τι έχεις μες στο σακί;
Μ: Λούπινα. Θες λιγάκι; Κι ένα πρόσφωρο.
Χ: Από που μας κουβάλησες βρε Ερμή τούτο το κοπρόσκυλο; Το τι έλεγε στο ταξίδι δε περιγράφεται! Πείραζε και κορόϊδευε όλους τους άλλους κι ήταν ο μόνος που τραγουδούσε ενώ κείνοι θρηνούσανε.
Ε: Δε ξέρεις Χάρε ποιον είχες στη βάρκα; Τον Μένιππο! 'Ανθρωπος τελείως λεύτερος. Τίποτε δεν τονε νοιάζει!
Ο Μένιππος βρίσκει ευκαιρία που ο Χάρος μιλά με τον Ερμή και τη κοπανά...
Χ: Αχ και να σε πιάσω καμιά φορά...
Ακούγετ' η φωνή του Μένιππου από μακριά
Μ: Αν με πιάσεις φίλε μου. Δυο φορές δε μπορείς να με πιάσεις.
Υ.Γ Γιατί πάντα έχω την εικόνα του Μένιππου να βροντογελάει μπρος σε κάποιο ακρογυάλι σηκώνοντας το μεσαίο του δάχτυλο κατα το μέρος του Άδη;;
4.00 ΚΑΙ ΚΑΤΙ
Sunday, June 22, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:56 AMΠάνω που πήρε να ξεχνιέται το μυαλό με τις ανάσες σου, άνοιξαν πάλι ο ουρανοί να στάζουνε μαχαίρια. Πώς τα γράφουν οι Θεοι εκεί πάνω, μού λες;;
Σισμανόγλειο. 4.00 και κάτι,γυρεύει η νύχτα να βρει σηματωρό. Όμορφες ανατροπάδες του κόσμου, λέω στο δρόμο για το σπίτι. Στο γυρισμό κανείς, μοναχά εκείνη η μουσική στο ραδιόφωνο. Επείγοντα- Εντατική, το αγαπημένο μου γράμμα. Έψιλον, κορώνα στ'ονομά μου. Νυχτιάτικες σκέψεις κι ένας σκεπασμένος με σύννεφα μονόλογος: Δεν θα με λυγίσεις πουτάνα Ζωή!
Η ΔΥΝΑΜΗ ΚΑΠΟΤΕ ΣΚΟΤΩΝΕΙ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ
Tuesday, June 17, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 8:38 PMυ.γ Σε σένα
που αρνείσαι να περπατήσεις πλάι μου.
Σε σένα
που ''λες'' πως δεν υπάρχεις. Και σε μένα...λίγο απο το άδικο του κόσμου, να λέω πως δεν υπάρχεις. Πουθενά.
Saturday, June 14, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 11:37 PMΉρθε η ώρα ν'ασχοληθώ με μένα. Κι όλα εκείνα τα χάρτινα ονείρατα που έπλαθα μες τις νύχτες είπα να τα τσαλακώσω, να τα κάμω μια τεράστια μπάλα σαν αυτή που φτιάχναμε παιδιά. Όχι, δεν θα την κυλήσω στα χώματα. Όχι, δεν θα τη μουσκέψω στη θάλασσα. Θα τη κλωτσήσω στο φεγγάρι να μην την βλέπω πια. Να μην μυρίζω την ανάσα τους.
Βρε, δε πάτε στο διάβολο όλοι σας με τα καμώματα και τις αλυχτίες σας. Κοιτάτε ρε, επειδή γαμήσατε τη ζωούλα σας τα βράδια που σκοπεύατε άστρα ενω στα χαμηλά άλλοι σκάβανε τις ρίζες τους βαθιά στο χώμα, δεν θα την πληρώσω εγώ. Τα λάθη χαρισμένα στις πλάτες σας, οι δικές μου αναλαμβάνουνε ευθύνες ιδιωτικές, όχι της αφεντιάς σας. Ξεκουμπιστείτε απο το θωρί μου, γιατί θα σας περιμαζεύουν τ'αδέσποτα και οι διαβόλοι της νύχτας.
Κι όταν εγώ απειλώ, δεν χαιδεύω, μάτια μου. Βγάζω νύχια και ξεσκίζω το φόρεμα της νύχτας. Τα βουτυρώματα για τις κυρίες. Όχι για μένα.
Ξεθάρεψε το μνημονικό κι έβγαλε τούτη τη φλόγα: '' Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί, βασανισμένη καρδιά μουμε το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάμω ένα κέντημα
ένα ζουμπούλι πορτοκαλιάς
μιαν ανθισμένη κυδωνιά να σε παρηγορήσω.
Εγώ, που κάποτε σ'άγγιξα με τα Μάτια της Πούλιας
και με τη χαίτη του φεγγαριού σ'αγγάλιασα και χορέψαμε
μες τους καλοκαιριάτικους κάμπους
πάνω στη θερισμένη καλαμιά και φάγαμε μαζί το κομμένο τριφύλλι.
Μαύρη μεγάλη μοναξιά με τόσα βότσαλα τριγύρω στο λαιμό σου, τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου.'' Ν. Γκάτσος
Θυμίζει παλιά Αθήνα. Έχει τις φτερούγες του σφαλιστές- δυο μεγάλα πορτόφυλλα- αντικρύζουν τον ακάλυπτο. Δένω τις φτερούγες του μ'ένα λουκέτο, κάποιες φορές φοβάμαι πως σαν επιστρέψω θα τις έβρω ανοιχτές σαν βεντάλιες που χαιδεύουν τον άνεμο. Είναι δικό μου και βλέπει στον ακάλυπτο. Κι απέναντι μπαλκόνια -καθρέφτες των ανθρώπων, λογής λογής χαρτόκουτα στιβαγμένα ανάμεσα σε φωνές-μουσικές και κλάμματα. Οι ψίθυροι κάποτε γίνονται φωνές , μες το τσιμέντο. Απλωμένα ρούχα, κουρτίνες που παλεύουν να χορέψουν με κάποιο ανεμοβόλι, μια λωρίδα γαλάζιο σαν στρέψω το βλέμμα. Κι όμως παλεύω αυτή την ομορφιά μέσα μου να τη θεριέψω, να την κάμω χαρταετό κι έπειτα να τη στείλω στη γωνιά σου. Και βιβλία πολλά βιβλία... όχι Καρυωτάκηδες, Σεφέρηδες και Παλαμαδες...Δίκαια και Νόμοι που να τα πάρει ο διάβολος. Ξέχασα τον ανεμόμυλο και τα χρώματα της ίριδας κρεμάσμένα στο μπαλκόνι. Αρχίζω να μαθαίνω ιστορίες για κείνους που αναπνέουν πάνω μου- ζερβά μου, οι ψιθυροι γίνονται ουρλιαχτό μες τα τσιμέντα και κάποτε το ξύλο προδίδει γνώριμους γυναικείους ήχους ή κάποιο αναστεναγμό... Μην ξεχάσετε, σαν γραπώσετε τα κοντύλια σας να χαράξετε την ''ιστορία των προδοτών'' να γράψετε και δυο μεγάλους γνώριμους: Ακάλυπτους και ξύλο. Το δεύτερο δεν πρόδωσε και τον Χριστό;
ΣΕ ΣΕΝΑ
Wednesday, June 11, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 11:12 PM
Για τούτο και σού γραφω. Ήθελα να της πώ πως εκείνη την μέρα στο βαγόνι, ήταν το πιο όμορφο πλάσμα που αντίκρυσαν τα μάτια μου. Ζήλεψα, αλήθεια σου λέω.
ΟΙ ΠΟΝΟΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Saturday, May 17, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 2:10 AM
Πού να σε κρύψω γιόκα μου
να μη σε φτάνουν οι κακοί
σε ποιο νησί του ωκεανού
σε πια κορφή ερημική.
Δε θα σε μάθω να μιλάς
και τ' άδικο φωνάξεις
ξέρω πως θα χεις την καρδιά
τόσο καλή τόσο γλυκή
που μες τα βρόχια της οργής
ταχειά, ταχειά θε να σπαράξεις.
Συ θα'χεις μάτια γαλανά
θα 'χεις κορμάκι τρυφερό
θα σε φυλάω από ματιά κακή
και από κακό καιρό
Από το πρώτο ξάφνιασμα
της ξυπνημένης νιότης
δεν είσαι συ για μάχητες
δεν είσαι συ για το σταυρό
εσύ νοικοκερόπουλο
όχι σκλάβος, όχι σκλάβος ή προδότης
Κι αν κάποτε τα φρένα σου
το δίκιο φως της αστραπής
κι αν η αλήθεια σου ζητήσουνε
παιδάκι μου να μην τα πεις
Θεριά οι ανθρώποι δεν μπορούν
το φως να το σηκώσουν
δεν είναι η αλήθεια πιο χρυσή
απ' την αλήθεια της σιωπής
χίλιες φορές να γεννηθείς
τόσες, τόσες θα σε σταυρώσουν
Στίχοι: Κώστας Βάρναλης
Μουσική: Λουκάς Θάνου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Ξυλούρης
Άλλες ερμηνείες: Γιάννης Χαρούλης
Υ.γ Στον άνθρωπο που μού το'μαθε . Σε κείνη που θρηνεί για το χαμό της ζωής της. Κι έτσι 3 μήνες θα'ναι που λέω, πως δεν υπάρχει θεός που ν'αγροικάει ανθρώπους. Πέρα απο δάκρυα, τη δύναμή μου, αγάπη μου. Κουράγιο. Έτσι όπως μάθαμε πάνω σε τουτα τα χώματα να κάνουμε.
Τίποτα δεν χάνεται έτσι εύκολα. Ίσως κι ο θάνατος αγάπη να'ναι..ίσως.
Friday, May 16, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 6:39 PM
Wednesday, May 14, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 6:03 PM
Θέλω να κρατάς στα χέρια σου...: Κόκκινο γαρίφαλλο
Σε φιλώ
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:48 PM
Λεπτό μήτε για να ξαποστάσω κι ένα ταξίδι ξεφυλλίζει η μνήμη. Μαζί σου ή χώρια. Τα ταξίδια τα σκάβω μόνη μου, καρδιά μου. Κι είναι τόση η δύναμη που δεν χωράει πλιο στις αγγάλες κανενός. Μηδέ στον κόσμο των ζωντανών. Νεκροί οι άνθρωποι για μένα, σού λέω. Δεν είναι πόνος ούτε και κείνη η πίκρα που βάνεις με το μυαλό σου . Φωτιά είναι κι άστην να καίει γιατί τούτη ζεσταίνει τη ψύχή μου και κάνει με να ζώ και ν'ανασαίνω.
Το πιο λευκό χρώμα της σκέψης μου. Εσύ...Στο καλό.
ΧΕΙΜΕΡΙΝΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ
Tuesday, May 6, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:03 AM
( Δωρισμένο...)
''Tης πήραν τα παιγνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ' ολίγον να πεθάνη. Mα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν την φευγαλέα συμφορά. Kανείς δεν μίλησε. Kανείς δεν έτρεξε να την προστατεύση κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μυίγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. K' έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από τον δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος. ''
( Απο την Υψικάμινο, Άγρα 1980)
ΠΩΣ ΝΑ ΣΩΠΑΣΩ
Saturday, May 3, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 6:02 PMτην εμορφιά του κόσμου;
Ο ουρανός δικός μου
η θάλασσα στα μέτρα μου
Πώς να με κάνουν να τον δώ
τον ήλιο μ'άλλα μάτια;
Στα ηλιοσκαλοπάτια
μ' έμαθε η μάνα μου να ζώ
Στου βούρκου μέσα τα νερά
ποιά γλώσσα μού μιλάνε;
αυτοί που μου ζητάνε
να χαμηλώσω τα φτερά.
Κ. Κινδύνης
ΠΕΙΡΑΙΑΣ 1 ΚΑΙ ΚΑΤΙ.
Tuesday, April 15, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:29 PM
Sunday, March 30, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:10 AM
Απόψε όχι άλλα ποιήματα. Αλλάζει η ώρα , τί σημασία έχει, οι δείχτες άλλοτε μπροστά κι άλλοτε πίσω τραβούν ο χρόνος κυλάει μέσα στα χέρια μας, αρχίσαμε κι όλας να μετράμε απώλειες. Τα γενέθλιά μου, 27 κεράκια τα δάκρυά μου ο χρόνος πού δεν λέει να περάσει αλλιώς. Πιστεύω σ'ένα θαύμα κι ας ξέρω πώς δεν υπάρχουν , ένας μύθος λέει πώς τα κρατάνε σ'ένα παλιό σεντούκι οι θεοί, ίσως να υπάρχουν μες το μυαλό μου. Εκείνο το σεντούκι των θεών νά'ναι το μυαλό μου; Χανομαι μές τις σκέψεις μου, πιστεύω τίποτα, ονειρεύομαι χρονους λευκούς σαν τις σελίδες πού γυρεύω μέσα στα Εφετεία. Σκαλίζω ''εξουσιοδότηση'', θέλω να γράψω ''Όνειρα, χρόνοι Λευκοί'', μα δεν διαβάζει κανείς. Σκίζω σελίδες. Αύριο μαζί σου σ'ένα παλιό νεκροταφείο, θέλω κρινάκια λευκά στα χέρια μου, έναν λύγμο, το δικό σου παράπονο, τα άδικα τεφτέρια της ζωής. Ποιός τα πέταξε κάτω απ'τη πόρτα σου; Θα πονέσω μαζί σου, θα κλάψω μαζί σου, Θε μου γιατί δεν αγροικά κανείς τον πόνο μου;, και δεν θα ρωτήσω πώς γινήκαν όλα τούτα μέσα στις μέρες αυτές. Δεν αντέχω τα μαύρα, σκότωσέ με μα μη μού φορέσεις μαύρες ποδιές. Μάλλον δεν γίνεται αλλιώς. Ανάποδα βαδίζει η ζωή. Ανατροπή, ακούς ανατροπή, πρώτα ο θέρος κι έπειτα η σπορά, πώς πεθαίνουν 27 χρόνια; Το κεράκι δίπλα στο τζάκι, η φωτογραφία, κι άλλη απώλεια. Ακούω ψίθυρους. (θάνατος) - Κάθε πού σού χτυπώ τα κεραμίδια με το ράμφος μου θα με καλωσορίζεις. (άνθρωπος) - Δεν θέλω (θάνατος) - Η επιλογή δική μου. Εσύ υπακούς. Θέλω ν'ακούω τ'αναφιλητά σου. (άνθρωπος)- Ε, τότε κι εγώ θα γελώ ( θάνατος) - Κανείς θνητός δεν γελά με τον θάνατο (άνθρωπος) - Ε, τότε θα χορεύω ( θάνατος) - Κανείς θνητός δεν χορεύει με τον θάνατο Ο ι ψίθυροι σωπαίνουν. Κι εγώ γελώ. Κι εγώ χορεύω. Πάνω στα σανίδια πού άλλο δεν βαστούν. ''Θα πέσουν'' μού'πες ''όταν χάσεις το κουράγιο σου'', σε ρωτώ πότε θά'ναι αυτό, βιάζομαι να ξεφυλλίσω το γκρέμισμά μου. Κι εσύ; Πώς θ'αντέξεις; 'Οταν όλα θα σταθούν χωρίς εμένα, τότε...2008 κι άλλη μία. υ.γ σκουπίδια στο δρόμο μου χθές και κάθε πού κοιτάζω την ώρα πάντα διπλές φιγούρες. Αναρωτιέμαι αν σημαίνει κάτι.
MY BLUEBERRY NIGHTS
Saturday, March 22, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 8:09 PM
Once I wanted to be the greatest
No wind of waterfall could stall me
And then came the rush of the flood
Stars of night turned deep to dust
Melt me down
Into big black armour
Leave no trace of grace
Just in your honour
Lower me down
To culprit south
Make 'em wash a space in town
For the lead
And the dregs of my bed
I've been sleepin'
Lower me down
Pin me in
Secure the grounds
For the later parade
ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΛΕΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ *
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:58 PMΠρώτα το δείλι, έπειτα τ'απομεσήμερο οι πρωινές σταγόνες ήλιου πάνω στα παράθυρα κι ύστερα ο ξυπνημός. Τα δέντρα πού δεν άφησες να δώ κι όσα ονόματα δεν θέλησες να ψηλαφήσω τόσα μα τόσα τα χρόνια πού πέρασαν
σαν ερμοπούλια σα νοσταλγοί
πού πια φανήκαν άγνωρα τοπία στους οριζώνες.
Δίχως γαλέρες δεν κυνηγιούνται οι οχτροί, δίχως στεφάνια πεταμένα μεσοπέλαγα. Φρίττουν, ασπαίρουν, στοιχειώνουν τις μέρες μας
σαν τα στοιχειά πού τα παιδιά λογιάζουν στον ύπνο τους.
Καιρός γι'αλήθειες. *Φτάνει πια!
* Ο τίτλος (ζηλεμένη ) για τούτο κλεμμένη φράση του Μανόλη Αναγνωστάκη, απο τη συλλογή ''Ο στόχος''. Τα λοιπά χρεώστε τα σε μένα, μην αδικείτε τον ποιητή.
Thursday, March 20, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 9:39 PMΜπορώ να γράψω ιστορίες και μέρη αλλόκοτα πάνω στην άμμο. '' Ποιητή, στον αιώνα σου πες μου τί βλέπεις;''
Τί βλέπεις;
Πώς να βαστήξει τόση εμορφιά στερεωμένη στη σκέψη, καρφωμένη στα κλαριά, ζητάει το λυτρωμό της στο χώμα. Το λυτρωμό της πάνω στις σελίδες.
ΚΟΡΩΝΑ Ή ΓΡΑΜΜΑΤΑ ;
Wednesday, March 19, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 9:43 PM
Πώς χόρεψε πάλι κι απόψε τούτο το ταξίδι πλάι στις φυλλωσιές της μνήμης , δεν κατάλαβα. Εκείνο το παλιό αστείο άνοιξε την αγγαλιά του σιμά μου σκορπίζοντας αστέρια στο διάβα του. Τα θυμάσαι μωρε, εκείνα τα αστέρια; Είχανε χρώματα και μυρουδιές , σαν έσκυβες να τα φιλήσεις ασημώνανε τα χνώτα μου. Ένα παλιό αστείο πού έγδερνε τη δορά της λύτρωσης σαν καμωνόταν την αλήθεια στο μυαλό μου. '' Θα φύγω'' , θυμάσαι πού λέγαμε τα δειλινά; Κι έπειτα οι κουβέντες μας ξεδιαλύνανε της ώρας το παράπονο, κι αφήνανε τη μαρμαρυγή τους πάνω στα παιδικά σεντόνια. Αργότερα, μέσα στα λαγούμια μιας λαγγεμένης αγγαλιάς λουφάζαμε τα όνειρά μας , πισωπατώντας. Τα ρίχναμε μές τα ποτάμια όλα κι αλάργευε η αγριάδα στα μάτια μας. Φόβος, καλέ μου. Ποιός ξέρει; Οι δυο μας, εσύ κάπου δίχως μιλιά, εγώ σιμά σου, πιασμένοι απο τα κρεκέλια μιάς φυγής. Ανταρσίες ονείρων κι άγουρα σταφύλια σαν γυρεύουν να γουρμάσουν. Πώς μιλάω, φίλε μου τώρα; Γυρνάω στα παραμιλητά εκείνων που δεν θώρησα ποτέ μου. Προγόνοι και πάλι προγόνοι...πού πήγαν τ' αγκομαχητά σας;; Όλα μές τα φυλλοκάρδια μου τα ρίξατε.
Εκείνο τ'αστείο πού δεν αγροίκησα πώς ξεπήδησε σαν το ζαρκάδι απόψε. Έφτασα μια μέρα ως τα σκαλοπάτια, το θυμάσαι; Με πρόφτασαν. Ντράπηκα. Δεν κατάφερα ποτέ μου τίποτα. Ούτε και στα τότε ούτε και στα τώρα, μά κείνη τη λέξη πού ξεστομίζαμε δίψασα να την ακούσω. Για πού, θυμάσαι; Κύλαγαν τα όνειρα σαν το μελάνι κι έπαιρναν να μουτζουρώνουν τον κόσμο. Ώσπου , κάτι παράξενο γινόταν στο τέλος , κίναγε ένα χάδι να σφουγγίζει τις ''βρωμιές'' μας κι αποξεχνιόμασταν σαν τα τζιτζίκια πάνω στα φυλλα ενός καλοκαιριού. Πέρασαν χρόνοι πολλοί. Ακόμη τη θυμάμαι ετούτη τη σελίδα, τη γυρνάω σαν ο πόνος ροκανάει τα κερaμμίδια μου τις νύχτες, έτσι μωρέ για να λέω πώς υπάρχω. Μα θεριεύει τότε μια λαχτάρα σαν βήχας, σαν καπνός μέσα στα στήθια μου. Πνίγομαι μωρέ πλαντάζει η ψυχή μου σαν θέλω να φωνάξω. Πού να ουρλιάξω, ποιόν να πάρω στο κατόπι να ξεριζώσω την καρδιά του να σωθεί η δική μου; Μονάχα ετούτες τις λέξεις έριξα σαν κέρμα στο πλάι μου απόψε κι απόμεινα να το κοιτάζω να δώ τί θα μού φέρει. Κορώνα ή γράμματα.. Κορώνα ή γράμματα...κορώνα ή γράμματα, φίλε μου. Σα να μού φάνηκε πώς άκουσα τη σιωπή να μουρμουρίζει'' μού χρωστάς ένα ταξίδι Ζωή, ψηλό σαν τα βουνά της Κρήτης, αντρίκιο ωσάν τα παλικάρια της''. Ντράπηκα. Δεν είπα τίποτα.
Τα όνειρά μου θεριεύουν φίλε τις νύχτες. Στήνουν χόρο πάνωθε μου και αλαργινές μορφές γνώριμες στέκουν στα στασίδια μιάς οργής πού φτάνει να συντρίψει τη μέρα, τον κόσμο. Κι εκείνο το παιχνίδι κυλάει σα νόμισμα απο τα χέρια μου, πλάι στις λέξεις πού ροδαμίζανε σαν φύλλα. Κορώνα ή γράμματα, μωρέ, κορώνα ή γράμματα....;
'' ΗΤΑΝ ΚΙ Η ΣΤΕΡΗΣΗ ΣΥΝΤΡΟΦΟΣ''
Thursday, March 13, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 4:52 PMdes - Pres τί τα θέλω και μπερδεύω τα βήματά μου με τις προσωπικές
μου αναμνήσεις όλο ψάχνω το παρελθόν μπρός σ'αυτή την εκκλησία
και το καφενείο και δίπλα το βιβλιοπωλείο
απόπειρα τόσο κωμική όταν προσπαθώ να διαβάσω τις λέξεις των
τίτλων στην προθήκη
μ'έχουν ακρωτηριάσει απο σένα το φέγγος της ζωής ολάκερης μού
ξεφεύγει μόνο η μυρουδιά σου τα μάτια σου η αγάπη της φωνής σου
με κυνηγάνε ώς την πόρτα μου όπου ορθώνεται ένας τοίχος απο λόγια
- μάθε ότι τέλειωσε για όλες τις μέρες πού θα'ρθούνε
- μα δεν ξέρω να το μάθω
- στον καθένα η σειρά του να πεθαίνει
- κι αν με αναζητάει ακόμα
- όχι γι'αυτόν είσαι αποτελειωμένη
- πού να χαθώ
- ακολούθα την οδύνη σ'όλο της το έργο
- τότε να ζώ για να γλείφω τις πληγές μου
Μάτση Χατζηλαζάρου
ΠΑΝΩ ΣΕ ΑΠΟΓΝΩΣΕΙΣ ΧΑ¨Ι¨ΚΟΥ
Wednesday, March 12, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:30 AMνα δέσουμε τον ήλιο
στις κατακόμβες
Μέσα στα δίχτυα
γυρεύεις αστέρια
κι άσπρα βότσαλα
_
Δακρύζει ο ποιητής
σα να μη φτάνουν
τα βηματά του
Κλαίω το φύλο
πλάι στη μέρα
που φθινοπώριασε
_
Πάλι σκοτώνεις
δεν θά βρεις είδωλο
μες τον καθρέφτη.
''ΕΡΩΣ ΜΕΛΑΧΡΙΝΟΣ ''
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:00 AM
Thursday, March 6, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:55 AMΈχω και γω δικαίωμα να λυγίσω μια φορά. Μια φορά, μόνο.
-0-
Saturday, March 1, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:09 AM
'' Kάποιος άγνωστος Γαβριήλ μού κάνει
νοήματα
- Σύμφωνοι,
θα πεθάνουμε όλοι μας. αλλά πρός τί;
''
Ημερολόγιο ενός Αθέατου
Απριλίου
Σιωπή.
Δεν
είναι πού ο θάνατος χαράζει περάσματα πάνω στ'ανθρώπινα
σώματα μα εκείνη
η
κούραση Θεέ μου, πού κουβαλάει στα χέρια του. Σαν
αγκομαχητό ζώου πού θερίζει
αχόρταγα τις σιωπές πλάι σε κίτρινα φύλλα ριγμένα
καταγής πέρα στα
βάθη κάποιας
λόχμης. Βουβός,
στεργιανός
κι έπειτα είναι πού
θεριεύει κάτι κραυγές άναρθρες, λησμονημένες σαν καμπάνες
πένθιμες
στις όχθες
μιάς επιτάφιας μέρας. Πές μου πώς ξεκρίνεις τις κραυγές στα στόματα των ανθρώπων; Καμωμένες απο αλφάβητο δεν είναι μα μοιάζουν να 'ναι βγαλμένες απ'τα πηγάδια του χρόνου. Απ'τα πηγάδια του θανάτου. Δεν έχει λέξεις ο θάνατος,
μηδέ χέρια,
μηδέ μάτια
να θωρήσεις τη ψυχή του. Σαβανωμένα τα λογάρια
πού κομίζει στα σπίτια
των
ανθρώπων, μονάχα εγώ κι εσύ τα βλέπαμε. Και
μια κούραση Θεέ μου, σα να
γεμίσανε ρυτίδες τ'αστέρια πλάι μας, σα να
σωθήκανε τα νιάτα απ'τις ψυχές
μας.
Θυμάμαι πώς μύριζες λιβάνι κι εκείνη
η θλίψη γύρω απ'τα
μάτια σου κεντούσε τα προικιά της ολάκερη νύχτα.
Θέλω να πάρω τη θλίψη απο τα μάτια σου.
Στα σωθικά σου να
φυτέψω δεντρολίβανο,
βασιλικό κι ένα βοτάνι της ζωής
απ'τον κήπο των
ελπίδων. Υπάρχει , λέει ελπίδα,
ένας σκυμμένος άνθρωπος
με καπέλο γιομάτο
βροχή πού'ρθε στον ύπνο μου και δυο
φεγγάρια ψέλισε
στα όνειρά μου. Τό'να
φέγγει για σένα και το άλλο είπα πώς θα
κρεμάσω
στο προσκεφάλι του. Δεν
είναι ο πόνος αγάπη μου, είναι η κούραση πού
σπέρνει ο θάνατος τις νύχτες
πού θά'ρθουν. Κι εκείνοι χάραξαν οκτάβες
πάνω στα
μοιρολόγια τους, κραυγές
και χτύπους στο τελείωμας της μέρας,
κατεβάσανε απ'τους
ουρανούς θεριά μέσα απ'τα
δίχτυα τους , δαιμονικά, θαρείς
για να ξορκίσουν καημό και
δάκρυ. Μα τί να
τα κάμεις όλα ετούτα, πώς να
χωρέσουν στη ποδιά μας
τόσες μα τόσες
ελπίδες, τόσα μα τόσα παραμύθια.
Μεγάλωσε το φυλλοκάρδι μας,
μεστώσαν οι
ζωές μας. Πώς να φυτέψεις
λουλούδια πάνω στη πέτρα ;
Καμωμένος ο θάνατος απο
πέτρα. Πώς ήρθε κι
εγύρεψε να ξαποστάσει στα πόδια
σου, δεν κατάλαβα. '' Να
φύγεις μακρυά,
όσο μπορείς πιο μακρυά απο τούτον τον
τόπο''. Πού να πάω; Δε
νογάω τα
νοήματα πια, μηδέ τον διακαμό των άστρων , μηδέ
και τα ονείρατα σαν
μού
γυρεύουν ορμήνεια, μηδέ και τον θάνατο. Πώς να τον
μερέψω μέσα στα χέρια
σου και να τον κάμω ένα τόσο δα μαντηλάκι,να τον εκάμω
κομμάτια, να μη
ριγήσει το κορμί σου πλάι του ξανά. Μια κούραση, σαν νιώθω τη
φώνη σου:
''Έχω ένα πόνο εδώ στα σωθικά μου, πού θε να τον εκάμω να βγεί, μα δε
μπορώ.
Σωθήκανε τα ουρλιαχτά κι εκείνος απόμεινε στα στήθη μου''.
Να
τανε
λέει ο
χρόνος Μαγιάτικος ήλιος, να τον έσβηνα, κι ένα παιδί πού θα
το
σκότωνα
μέσα στις χούφτες μου ποτέ πια να μην κυλήσει το δάκρυ του
στο
ύστερα. Εκείνους τους δείκτες να πρόφταινα να σπάσω τα γρανάζια τους
πάνω στο τώρα. Είναι πού δεν το θέλω το μετά, δεν το θέλω μα με προφταίνει κι
ανάσες δεν έχω να τα προκάμω όλα πάνω σε τούτη τη μέρα. Ανάσες δεν έχω να
νικήσω
το
θάνατο. Για σένα, μονάχα για
σένα.Κρεμάστηκε ένας λυγμός μετά απο κείνη την μέρα μέσα στις νύχτες μου και γεμίσανε τα χέρια μου κάποιες απο τις ρυτίδες πού έχτισε ο θάνατος πάνω στο πρόσωπό σου. Ανάβω ένα κερί πλάι στο μέτωπο σάμπως να θέλω τα σκοτάδια να ξεγελάσω. Πάλι με ανεμόμυλους παλεύω, το ξέρω.
''ΜE AND A GUN''
Thursday, February 14, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 9:50 PM
Ήταν μια λέξη κάποτε που κρεμάστηκε απο το φεγγάρι, κάποτε απο τα μαλλιά σου κι ήθελε λέει να μουρμουρίσει λίγο απ'το φώς μες τις σκιές.
'' ΠΕΡΙ ΒΡΟΧΗΣ''
Saturday, February 9, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 11:01 PM
Ο ΜΥΘΟΣ ΜΕ ΤΗ ΣΕΙΡΗΝΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΜΕΘΥΣΜΕΝΟΥΣ
Sunday, February 3, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 6:39 PMόταν εκείνη μπήκε ολόγδυτη,
εκείνοι είχαν πιεί κι άρχισαν να τη φτύνουν,
εκείνη δε καταλάβαινε τίποτα, μόλις βγαλμένη απ'το ποτάμι:
ήταν μια Σειρήνα πού'χε χάσει το δρόμο,
οι βρισιές κυλούσαν πάνω στη λεία σάρκα της,
η προστυχιά σκέπαζε το χρυσό της στήθος,
εκείνη δεν ήξερε να κλαίει, γι'αυτό δεν έκλαιγε,
δεν ήξερε να ντύνεται, γι'αυτό δεν ήταν ντυμένη,
τη στιγματίσανε με τσιγάρα και αναμμένα φελλά
και γελούσαν μέχρι που κυλίστηκαν στην ταβέρνα χάμω
απ'τα γέλια,
εκείνη δεν μιλούσε γιατί δεν ήξερε να μιλάει,
τα μάτια της είχαν χρώμα έρωτα μακρινού,
τα μπράτσα της ήταν χτισμένα από δίδυμα τοπάζια,
τα χείλη της σκιστά στο φώς του κοραλλιού
κι ευθύς από τη θύρα τούτη βγήκε
και μόλις μπήκε στο ποτάμι, έγινε κατακάθαρη,
έλαμψε σαν άσπρη πέτρα στη βροχή
και δίχως να κοιτάξει πίσω κολύμπησε ξανά,
κολύμπησε ως το ποτέ πια, ως το πού πεθαίνουν.
Π. Νερούδα
ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ, ΠΑΝΩ ΣΤΑ ΚΥΜΜΑΤΑ.
Thursday, January 31, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:26 PMδεν κλαίει της ψυχής μου το δάκρυ σαν γυρεύουν να σταυρώσουν οι άνθρωποι,
μονάχα σαν σταυρώνουν οι Θεοί
ζητάει να με πνίξει ένας λυγμός.
κι έπειτα θα κοιτάξεις στα μάτια μου
με κάτι αλλιώτικο να βασιλεύει κι ένα μετανιωμένο παράπονο, θα πείς τότε πώς έκαμες λάθος. Μια ψιλή ψιλή βροχή θά'ρθει κάποτε να σού ψιθυρίσει πώς αστόχησαν τα ειπωμένα κι όσα ανθίσαν σαν γιασεμιά γύρω απ' το στόμα σου. Θα ξέρεις πάλι πώς έκαμες λάθος. Κι ύστερα, τί;
Tuesday, January 29, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:14 PMΠοτέ.
2008 ΚΙ ΑΛΛΗ ΜΙΑ
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 7:55 PM
Στέκομαι σιμά σου και πλανεύομαι με αιθέρες. Κάθομαι πίσω απο
αγριοσυκιές κι έναν γερασμένο πεύκο πού διπλώνει το κορμί του σαν σκύβει να
φιλήσει το χώμα. Κρατώ στα γόνατά μου το α- νέλπιστο πένθος
ενός γυμνού μεσημεριου, τη χλωμάδα εκείνης της μέρας πού πίσω δεν γύρισε να
κοιτάξει το κιτρίνισμα των φύλλων. Δεν θυμάμαι πώς σαπίζουν τα
φύλλα στις ποδιές των δέντρων. Ξεχνώ. Και μαζί μου λησμονιέται ο
καιρός, ένας καιρός γιομάτος θυμωνιασμένα καλοκαίρια κι ελάχιστους χειμώνες. ''
Ελάχιστους'' ή πάλι σχιστούς χειμώνες.
Τί είναι αυτό πού θωρείς σαν ζερβά μου
ξαποστέλνεις τη ματιά σου; ''Στέκεται ένα τίποτα στο πλάι μου'', κραίνω δειλά κι
αμέσως αμέσως ανοίγουν πορτόφυλλα στις μακρινές μου πολιτείες πού
δίχως καμπανοκρούστη βάλθηκαν να γυρέψουν Εσπερινό. Σε τούτη τη λειτουργιά δεν
θά'ρθει κανείς και δίχως καντηλάκια θα γυρέψω ελπίδα. ''Δίχως ελπίδα''. Είπα πώς
τόύτο θα'ναι το όνομα της πολιτείας πού κρύβω στα στερνά μου. Κι εσύ τί
κοιτάς; Δεν φώναξα λαμνοκόπους στο φευγιό μου μηδέ και στρατηλάτες στο διάβα
μου. Τράβα στις καμωμένες απο γήινα φύλλα ιστορίες, παίξε τον ρόλο
ενός ληστή, ενός πληγωμένου κοπρίτη , ενός Φραγκίσκου της Ασίζης κι
έπειτα έλα να γδύσουμε τις πληγές μας και να τίς καμουμε νερό. Ξέρω κι εγώ να
κλαίω, μα δάκρυ απο τα μάτια μου στα χείλή σου δεν θά βρεις να ξεδιψάσεις. Ξέρω κι
εγώ να ουρλιάζω στις γειτονιές και τα λατομεία, στις αγορές και τα παζάρια, μα
φωνή δεν θα κρεμαστεί στα παραθύρια σου τις νύχτες. Ξέρω να πουλώ τη Μάνα
μου στις αγορές. Ξέρω να είμαι σαν κι εσένα, μα βαστιέμαι. Βαστιέμαι από' να δαδί
αναμμένο κάθε πού σπέρνει το δειλινό φωτιές στα πέρατα του
κόσμου.
ΤΙ ΝΑ ΣΟΎ ΠΩ ?
Sunday, January 20, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 11:22 PM
- Πώς βαστάνε οι άνθρωποι δίχως φίλους, είπες.
Κι εγώ εκεί σιωπηλή, πίσω απο μιαν άλλη γραμμή, αιώνες μακριά, χρονια κουβάρια και λέξεις -λέξεις πού σβήναν ψιθυριστά ,εκείνο πού ποτέ δεν θα ειπωθεί:
- Πώς βαστάνε οι άνθρωποι, μέσα σ'ένα κύκλο απο φίλους και ζεσταμένες αγγαλιές, την καρδιά τους ξένη και μονάχη να βαδίζει ;
Πές μου πώς βαστάνε; Μα δε μίλησα.
''ΕΓΩ - ΕΙΜΑΙ''
Friday, January 4, 2008
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 7:28 PM... ΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΣΕΛΙΔΑ.
Sunday, November 25, 2007
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 2:44 PM
Καλημέρα!
ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:08 AM
Κι εγώ; Πώς βρέθηκα κάτω απο τούτο το τσίγγινο παράπηγμα να μετρώ βρόχινες ρανίδες να πετροβολούν τούτη τη πόλη. Ποιά χέρια σκεπάζουν εμένα; Καί πώς ξέμεινα διψασμένη τούτη τη νύχτα εκπληρωμένους αγέρηδες να καρτερώ;
Παλεύω με φαντάσματα από τότε πού αντίκρυσα το γαλάζιο τ' ουρανού και της θάλασσας. Κέρινα ομοιώματα πού λιώνουν κάτω από τίς πρώτες ηλιαχτίδες, στή νύχτα πάνω με βρίσκει το τελείωμα της τέχνης μου, εκείνο το αποκαμωμένο βράδυ πού μ'είδες να ξεπλένω τα χέρια μου πλάι σου και το χαρτάκι στο προσκέφαλό σου να χαράζει όνειρα ''Αύριο πάλι. Εσύ κι εγώ. Ποτέ μαζί.''
Πές μου πώς το' γράφε Θέε μου...'' Πού να μαζεύεις τα χίλια κομματάκια τού κάθε ανθρώπου. Υπάρχει μια στέπα σιωπής κι αμηχανίας''. Πάνω σε τούτη τη στέπα, πάνω σε τούτη τη στέρφα γή χορεύω τα ταξίδια μου, απλώνω κατάχαμα τα ονείρατά μου και πάιρνω να τριγυρνάω στα σοκάκια δίπλα σε κείνες τίς ανεκπλήρωτες πολιτείες πού κάποτε μού τραγούδησες. Ξέρω πώς δεν με καταλαβαίνεις. '' Μα αν σού μιλώ με παραμύθια και παραβολές , είναι γιατί τ'ακούς γλυκότερα....'' κι ο έρωτας, κι ο έρωτας δεν κουβεντιάζεται Θεέ μου. Έτσί; Θά' ναι πού τη λαλιά του θέλησες να τη χαρίσεις στα μάτια των ποιητάδων στα φτερά των γεράνων στα δίκοχα των πολέμων. Ξέρω πώς είσαι εκεί, μά δεν θ'απαντήσεις.
Ετούτο το έτος της σιωπής θαρρώ πώς θυσιάζω στο βωμό των ανεκπλήρωτων εγκωμίων, στα λιγοστά των ανθρώπων, κι αφήνω τούς πολλούς στα εκπληρωμένα θέλω τους να ξεπεζεύουν το ξημέρωμα στίς πόλεις. Βαυκαλίζομαι πώς τα ταξίδια ,το λοιπόν, δεν έχουν τελειωμό κι η θάλασσα είναι απέραντη σαν χύνεται μέσα στ' αυλάκια της ζωγραφιάς μου. Έχει το χρώμα σου, θυμάσαι;
Ξαναγεννιέμαι Θέε μου θα πεί πονάω. Σωστά;
Δικαιοσύνη θα πεί πώς πληρώνεις όσα αρνήθηκες να δείς.
Όσα φοβήθηκες.
Έρωτας θα πεί...
'' ΑΡΙΜΝΑ ΕΦΗ ΕΛ... εκεί, πάνω σ'αυτό το ΕΛ η πέτρα είχε κοπεί και σπάσει. Το θυμάμαι καλά.''
Τί να' λεγαν τα λόγια παρακάτω, άραγε; Εκείνο το άλλο μισό τής πέτρας ποιός το' κρυψε κάτω απ'τίς φτερούγες του;
Ξέρω πώς δεν θα μάθω ποτέ.
''Ο ΜΑΤΩΜΕΝΟΣ ΓΑΜΟΣ''
Thursday, November 15, 2007
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:05 PMθα σε τραβήξω αγαπημένη,
κάτω απ’ τη γέρική μου Ιτιά,
κι εκεί σιγά σιγά,
στην αγκαλιά μου ακουμπισμένη,
όσο η Σελήνη θ’ ανεβαίνει,
χλωμότερη κι από γυναίκα πεθαμένη,
σιγά σιγά, ψιθυριστά,
θα σου ιστορήσω ένα ένα
τα θλιβερά μου μυστικά…
Μυρτιώτισσα
Κάποτε μού ζήτησαν ένα μονόλογο να τον εκάμω δικό μου, να τού φορέσω στολίδια, ΄κι έπειτα να τον κοιμίσω επάνω στα μωσαικά μιάς παγωμένης αίθουσας. Κρούσταλλα τα χέρια και τα πόδια μου , μά έτσι έπρεπε να'ναι, τί ήμουν ένα φεγγάρι, γυμνό μές τα σκοτάδια μιάς πόλης. Έχεις ακούσει ποτέ το φεγγάρι να θρηνεί; Έλεγε θαρρώ:<< Είμαι ένας κύκνος στρογγυλός μές το ποτάμι/ είμαι ένα μάτι στα ψηλά καμπαναριά/ και μες τις φυλλωσιές / φαντάζω ψεύτικο φώς της χαραυγής.>> Δεν μπορώ ακόμη να θυμηθώ γιατί το πήρα μαζί μου ετούτο το φεγγάρι και πώς ξεδιπλώθηκαν απόψε τα τυλιγάδια της μνήμης, μά λέω πώς θυμάμαι τη μοναξιά του. Είχε μιά στάλα δάκρυ στα μαγουλά του σαν αποξεχασμένος δροσουλίτης κι ένα μίσος κρυμμένο σα δρεπάνι στο θηκάρι του... είχε κάτι απο το σήμερα ίσως και απο την αύριο πού επιμένω να μήν ξέρω.
Δεν ξέρω γιατί απόψε διπλώθηκε στα πόδια μου ετούτο το φεγγάρι, μονάχα πού να, σκεφτόμουν χθές πώς είν παράξενος ο πολεμος μές τις ψυχές των ανθρώπων σάν έρθει η ώρα του θερισμού. Ώρα του θερισμού θα πεί στιγμή δικαιοσύνης, σαν εκείνη πού σκορπίζουν οι Θεοί πανω στ'αρχοντικά των ανθρώπων κάτι ώρες σιωπηλές, ξεχασμένες , βουβές σαν χιονισμένα απόβραδα του Δεκέμβρη.
Καράβια οι άνθρωποι, κι όλο για καινούρια ταξίδια κινούν, χώρες μακρυνές , φτιάνουν χάρτες με το φτωχικό τους μυαλό, κι έπειτα παίρνουν ν'αλαργεύουν κατά το Νότο, σαν τα πουλιά . Σαν τα καράβια.
- Πού πάτε μωρέ, όλοι σας, φωνάζει ένας γερασμένος πεύκος. Δέστε τα ποδάρια σας στη γή , τί μού υψώσατε κατάρτια, πανιά γιά πούθε σηκώσατε, με τέτοια φουσκοθαλασσιά;
*************************************************
Θα χαλάσει ο καιρός, το άκουσα σήμερα.
Καράβια οι άνθρωποι, αναπαμό δεν κατέχει η ψυχή τους. Ποιές είνα εκείνες οι κυράδες πού τούς κουνάνε λευκά μαντήλια απ'τις στεριές; Εκείνες πού ξεπλένουν το τραγούδι του νόστου με δάκρυα πλάι στα τρεχαντήρια...
Μού πήραν τα ταξίδια μου. Μ' ακούς;
ΕΠΙΤΥΜΒΙΟ
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:05 AMν' ανασάνεις
ανάμεσα στο πρόσωπό σου και στο πρόσωπό σου
μιά τρυφερή μορφή παιδιού γράφει και σβήνει.
Γ. Σεφέρης
ΚΟΚΚΙΝΟ
Tuesday, November 13, 2007
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:25 PM
................................................................................
Ξέκλεψα κι ένα βερνίκι απο κάποιο μαγαζί- κόκκινο σαν τη ψυχή σου. Το φοράω( σ'αρέσει;)
Κι εκείνο το φόρεμα πού στάθηκε να ρεμβάζει πίσω απο το τζάμι κάποιας βιτρίνας- κόκκινο όπως τα μάτια σου βουτηγμένα στον έρωτα. Θα το πάρω μαζί μου( μήπως ανταμώσουν τα φεγγάρια μας κάποιο νυχτέρι).
Κάπως έτσι λοιπόν, σήμερα. Ναί, τύλιξες τίς στιγμές μου.
Να δείς τί ξέσπασε στο μυαλό μου σαν καλοκαιρινή καταιγίδα τώρα... Πάλι μνημούρι στον Αγγελόπουλο θα στήσω. Ένας άνθρωπος στη μέση του πουθενά αναμεσα στα βουνά, πλαντεμμένα τα φυλλοκάρδια του απο το στασίδι της μοναξιάς, ουρλιάζει κι αγροικά την αντιλαλιά του. Μασουλάει ένα μπισκότο και καθώς κοιτάει τα χαρακωμένα βουνά πετάει ένα κομμάτι στο κενό :'' Έεει, μοναξιά, πάρε κι εσύ ένα μπισκότο'', τής φωνάζει.
ΧΩΡΙΣ ΤΙΤΛΟ
Sunday, November 11, 2007
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 7:35 PM
L' ETERNITE ET UN JOUR *
Sunday, November 4, 2007
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 3:23 PM''20 Σεπτέμβρη 1966
Saturday, November 3, 2007
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 10:41 AMΘέλω να σού δείξω το αγαπημένο μου φιλμάκι, χρόνια τώρα, κι είναι απο τίς λίγες αγάπες πού μείναν αναλλοίωτες μέσα μου... αν έχεις την υπομονή δές το όλο, αλλιώς αρκέσου στην αγαπημένη μου σκηνή.
ΑΡΑΤΕ ΠΥΛΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ
Αναρτήθηκε από ****** ***** ****** στις 12:42 AM
Διαβάζω ξανά και ξανά εκείνες τις μέρες... Διαβάζω εσένα, με δυο μάτια χαραγμένα και μια νύχτα απο ασήμι να κρεμάει λύπες στα μαλλιά μου, να λαχτίζει τους φόβους. Έχω μια φωνή μέσα μου πού αλαφρώνει τη σκέψη κι απηλογιέται στο πόνο αποβραδίς σαν στρώνει σιμά μου να πλαγιάσει... '' Άρατε πύλας'' , κραίνει τ' αχείλι της, και ζυγώνει τ'αποδέλοιπο τού νου΅... καρδίας ''. Ανανογιέμαι, κάπου- κάπου, ποιός έμαθε ποτέ πώς ψιθυρίζουν τ'άστρα , πλάι στα λόγια σου... Εγώ όμως ετούτη τη φωνή τη στέριωσα δίχως θεριωμένους φόβους στη ζωή μου κι έχω '' ήρωες'' γιομάτο πληγές αποκαμωμένους στη σκήτη τους να σού φανερώσω. Εσύ; Ακούς ποτέ φωνές να σού διατάζουν τη ψυχή;
* Όχι, η φωτογραφία πού βλέπεις δεν στέκει άσχετη στον τοίχο. Είναι η πιό φοβισμένη αγγαλιά μου κι ένα παράπονο πώς δεν ήρθε ακόμη η ώρα πάνω σε τούτον τον κόσμο....για μένα.







