Wednesday, November 25, 2009

*



Έλα, να παλέψουμε μέσα σε δυο κόσμους. Οι μέρες μας να είναι ασπρόμαυρες , δίχως απαντήσεις μονάχα ερωτηματικά. Έλα να σου μάθω πως είναι να διαβαίνεις το σκοτάδι και να μη ζ ητάς συντρόφους. Ο ένας να στέκεται στην άλλη όχθη καρτερώντας υπομονετικά. Έλα να κάνουμε Έρωτα με το μυαλό μας, όχι με τα σώματα μας, γιατί τούτο θα απομείνει να γεφυρώσει το Χρόνο. Έλα να συμπληρώσεις τη λέξη που μου λείπει στο έργο μου, τη λέξη που πάντα ξεχνάω. Έλα να μου στερήσεις τη γραφή, για να μπορέσω να ξοδέψω όλο το μελάνι μου πάνω σου. Έλα, για να πάψω να βλέπω την απεραντοσύνη τ'ουρανού στα Έργα των ποιητών και των ζωγράφων.
Δεν θα έρθεις. Το ξέρω. Το ξέρεις. 'Ασε με , λοιπόν, να κάνω το καθήκον μου και πάψε να λαχτίζεις πέτρες στη ψυχή μου. Δεν με πονάς, μη φοβηθείς. Δεν ανατέλεις χαλάσματα. Μονάχα που κουράστηκα να σου εξηγώ πως κάθε νόμισμα έχει δυο όψεις, πως ο έρωτας έχει και κείνος τη Δική του Δικαιοσύνη. Όχι, των Άνθρώπων, τη Δική μου.

* η εικόνα , πίνακας του Van Gogh απεικονίζει τη καρέκλα του και τη ζωή του. Πάνω της ακουμπισμένα στο ψάθινο κάλυμμά της, η πίπα και ο καπνός του. Η άδεια καρέκλα δείχνει την απουσία συντροφιάς, την μοναξιά που πάντα τον βασάνιζε.

'' Δεν υπάρχει αγωνία μεγαλύτερη από την πάλη της ψυχής ανάμεσα στο καθήκον και τον Έρωτα''
Van Gogh ( Τo Κίτρινο Σπίτι, Martin Gayford)
read more “ ”

Υ.Γ

Tuesday, November 17, 2009


Και μην ξεχνάς: ν' αφήνεις τους ανθρώπους να γερνάνε, γιατί δεν μας μένει άλλη ελπίδα να θυμίζουμε παιδιά.


''Μ.Ν κι ένα Σύννεφο''
read more “Υ.Γ”

ΤΑ ΔΟΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ

Tuesday, November 10, 2009


Τυλίγω με τα χέρια μου απόψε μια ιστορία. Και μαζί της σαβανώνω τον κόσμο, συντρίβω τις πέτρες , ροκανίζω τα δοκάρια του Ήλιου. Σάμπως να θέλησα γκρεμνούς, σάμπως να γκρέμησα αλήθειες. Ποιός ξέρει; Ποιός θέλει να ξέρει;


Έχω μια φίλη μπιστική , χρόνια , μέρες και μήνες πάνω σε τούτο το κόσμο. Δεν θα σου πω πολλά για το κορμί της, τα μάτια της, τη ψυχή της, φτάνει που την αγάπη μας αραδιάζω σε τούτες τις γράμμες δίχως το λάχτισμα του φόβου. Καλοκαίρι και νόμισε πως ερωτεύτηκε. Ήξερε πως όχι, αλλά καμώθηκε του λόγου της να μην κοιτάζει την αλήθεια. Όταν οι ανθρώποι ερωτεύονται ξάφνου τους δένει μια κλωστή με το σύνολο, σαν ένας πελώριος αρχαίγονος λώρος. Δένεται στο λαιμό τους σα φίδι και κάπου κάπου σφεντονάει στις φλέβες τους σταγόνες δηλητήριο. Δεν είναι απο κείνο που σε ξαπλώνει στο χώμα, μονάχα που αφιονίζει το βλέμμα, ναρκώνει την επιθυμία γραπώνει τις πιθαμές τους στο χώμα σα στυλάρια. Και καλά, θα μού πεις, τί γυρεύουν οι ανθρώποι με τις θηλιές και δεν το βάζουν στα πόδια; Κάποτε, τις δένουν με τα δικά τους χέρια κι ακόμα άλλες πάλι μέρες, τις ξεφωνίζουν σαν το ντελάλη στις γειτονιές, κι άλλοτε τις κάνουνε γράμματα και μουσική. Για να θυμούνται. Κι όσοι αρνούνται; «Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει...» αγαπημένε αναγνώστη, υποφέρει την αγρύπνοια πάνω στο μετερίζι της μοναξιάς, λύνει τα χνώτα του έξω απο τον κύκλο, αφορίζεται απο τους ποιητές και τα μελλούμενα. Αρκετα, όμως με τους «ανέραστους». Εκείνη Τον γνώρισε τόσο ξαφνικά, μίλησαν τόσο ξαφνικά, ενθουσιάστηκαν τόσο ξαφνικά, όπως ο κώδικας προστάζει. Εκείνος που γράφτηκε απο τους θεούς για τους ανθρώπους, εκείνος που αθέτησαν ερημίτες κι ασκητές , σαλοί και πληγωμένοι. Ας είναι. Το λοιπόν, όλα κατα το γράμμα, ώσπου ξεπετάχτηκαν σα φιδάκια κι οι ''αριθμοί''. Αριθμοί σαν ψέμματα, ψέμματα σα χορταράκια κι αγωνίες. Εκείνη καχύποπτη, απεγνωσμένα πάσχιζε να αδράξει μια ευκαιρία φυγής. Εκείνος ατημέλητα αθώος, απεγνωσμένα ερώμενος, κάθε μέρα ξέφευγε απο τα χέρια του κι ένα κομματάκι λογικής. Κι όσο εκείνος έχανε στο διάβα του τη λογική μέσα στα μάτια της, άλλο τόσο γεννούσαν φιδάκια τα δικά της φρένα, ξεβράζανε υποψίες , φόβο. Λένε, πως οι φόβοι είναι σαν της αράχνης τον ιστό, άπαξ και τον αρχινήσει, κανένας άνεμος δεν σταματά τη ρόκα της. Λένε πάλι πως η κατάρα μιας θεάς τη κρατά κρεμασμένη στα υφάδια της. Έτσι κι οι φόβοι , γίνονται εμμονές που κανείς θεός ή δαίμονας δεν τους ξεκρεμάει απο τις γωνιές της ψυχής μας. Κι ήρθε ώρα πουοι φόβοι γίνηκαν θεριά. Δε λέω, ανασκάλεψε το χώμα και το ριζικό. Ήρθαν ΄ψεμματα σαν ερωτηματικά να γεννοβολήσουν φοβέρες, ήρθαν και αλήθειες΄. Αλλά μοιάζαν μουτζουρωμένες κι ανάκατες με τα υπόλοιπα χρώματα, που ποιός τις ξεχώριζε πια; Έχεις ακούσει ιστορίες, για ανθρώπους που σκότωσαν με την αγάπη τους ; Ή πάλι για άλλους που λησμόνησαν τη λογική πλάι στ' ακροθαλάσσια του έρωτα. Αν όχι, τότε δεν θα καταλάβεις , οπότε κράτα αποστάσεις. Ούτε κι εκείνη καταλάβαινε. Πώς άλλωστε; Η άγνοια γίνεται στοιχειό. Και τα στοιχειά ξεθαρρεύουν σαν παιδιά σε αφύλαχτα σοκάκια, τις νύχτες. Τις μέρες πάλι κρύβονται στις σκιές των ανθρώπων, σκιάζονται τα δοκάρια του ήλιου. Δεν αναπνέει μόνάχα τις μέρες ο άνθρωπος όμως. Χρειάζεται και την ανάσα της νύχτας για ν'αγναντεύει ελεύθερος τα όνειρα , ναποκοιμίζει τα ποδοβολητά της μέρας. Αλλιώς, κυλάνε τα φρένα σα χυμένες φλέβες στο διάβα του και ξαμολιέται στους γκρεμνούς. Έτσι κι εκείνη, πάσχιζε να βρει την αλήθεια. Ώσπου τα πάντα γινήκανε ψέμματα. Ώσπου τα ψέμματα γινήκανε μαχαίρια. Αποφάσισε, το λοιπόν, να κοιτάξει τη ζωή της κατάματα. Έτσι τάχα δε λένε πως συντρίβεται ο κόσμος; Μονάχα όταν στρέψεις το βλέμμα πάνω του και λησμονήσεις την ελπίδα. Περάσανε μέρες, μήνες, αιώνες θαρρώ. Κι αν νομίζεις πως είναι απλό να ξεγυμνώνεις τη ψυχή σου από χρώματα κι ελπίδες , σφάλλεις. Γιατί για να κλείσουν πληγές πρέπει να σκάψεις στη ψυχή σου βαθιά. Υπάρχει ένα σημείο που δεν χωράνε ηλιαχτίδες και σημάδια της μέρας, ένα τόσο δα κομμάτι που στέκεις κι άλλο δεν ακούς απο αλυχητά κι απέραντη σιωπή. Κάθεσαι εκει δα γονατιστός κι αφουγκράζεσαι γογγίσματα , δεν υπάρχει σκέψη σε κείνο το στασίδι, δεν υπάρχει ο χρόνος. Και μη θαρρείς πως περνούν απ'τα μεριά σου δρολάπια κουβαλώντας τη ζωή σου και τ'απομεινάρια της, γιατί τούτα τα γράψανε ανόητοι. Μονάχα σιωπή. Σιωπηλά θεριά. Άλλοτε τα κοιτάς, άλλοτε σκεπάζεις το βλέμμα. Και συνηθίζεις, φίλε μου. Κι άλλοτέ πάλι, σκέφτεσαι πως θα σκότωνες όλους τους στρατιώτες σου, πως θα ξεπούλαγες τη ψυχή σου για να ήταν κάποιος άλλος στη θέση σου. Γιάτι όλα τα χρόνια πάντα κάποιος άλλος βρισκόταν στη θέση σου. Ξέρεις, διαβήκανε λογής λογής ανθρώποι τούτο το ανάχωμα, δεν είναι δα πως έσκαψες μονάχος τη κρύπτη και τώρα μυξοκλαίγεσαι για τ α ματωμένα σου χέρια. Κατέβηκαν μυριάδες ψυχές στα έγκατα του Άδη, μα μονάχα μία ξαναβρήκε το δρόμο για το γυρισμό. Κι όταν ξέβρασε στο νόστο του και το τελευταίο χνώτο του θανάτου απο το ταξίδι του στο κάτω κόσμο, δεν ήταν πια ο ίδιος. Πώς άλλωστε; Από τότε, σάλεψαν μυριάδες φτυάρια να σκαλέψουν το χώμα , άλλοι τα κατάφεραν να ξεμυτίσουν σε κείνο το σημείο που σου λεγα, άλλοι περέμειναν εκεί και δεν βρήκαν το μίτο της επιστροφής, κι άλλοι στην έμπαση της επομένης μέρας γεμίσαν με αθιβολιές τα φρένα τους και κουρνιαχτό. Γιατί, δεν υπάρχει χρόνος, ούτε τρόπος που να σου μαθαίνει πως να στέκεσαι ασάλευτος αγνάντια στην άβυσσο. Γιατί ο άνθρωπος έμαθε να ντύνει το κόρμί του από τη γύμνια του και να ξεγυμνώνεται μπροστά στον Έρωτα. όχι στο θάνατο. Ακόμη κι εκεί καταφτάνει ντυμένος τις πανοπλίες του και τα φυλαχτά του. Σιωπηλά θεριά, όπως σου λεγα, γογγίσματα κι αλήθειες σε κείνες τις στέπες. Και τα χέρια γυμνά, παγωμένα και οι φίλοι άφαντοι συνοδοιπόροι. Μου είπε ακόμη- η φίλη- πως ξεχνάς τα μάτια των ανθρώπων, και κανείς΄λόγος δεν κουρνιάζει στις χούφτες σου. Μα δε θυμώνεις για τη φυγή τους, λέει. Μονάχα που ψάχνεις να βρεις ποιός έχτισε τα σκαλοπάτια που σε γκρέμησαν στις όχθες του Άδη. Πάντα κάποιος παραμονεύει γυρεύοντας να γλυτώσει τη σκέψη σου, Πάντα. Και γίνεται η πεθυμιά σου φονικό, γίνεται ο λυγμός φονιάς ικανός να συντρίψει το κόσμο. Κι ελπίζεις να μην είσαι εσύ εκείνος , γιατί αλίμονο να στρέψεις το σουγιά στον εαυτό σου. Και τον στρέφεις...

Πριν λίγες ώρες ξαναβρήκα τo κορίτσι εκείνο. Της είπα πως λυπάμαι πολύ που δεν στάθηκα στο πλάι της . Εκείνη χαμογέλασε. Έγνεψε πλάι στη σιωπή ένα γυμνό ''συγνώμη'' και στάθηκε αντικρυστά στον κόσμο. Δε νομίζω να τη πρόσεξε κανείς. Ας είναι , λέω. Φτάνει πως ξαναγύρισε. Κι όταν θα'ρθει η ώρα να ξαναφύγει ,σκέφτομαι να της γυρεύω λίγο φώς στα μάτια της με ένα μικρό φανάρι, σαν εκείνο που βάσταζε στα χέρια του ο Διoγένης. Απαρηγόρητη η νύχτα δίχως ένα μικρό φανάρι. Τί λες;
read more “ΤΑ ΔΟΚΑΡΙΑ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ”

ΓΥΝΑΙΚΑ (''Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία''.)

Tuesday, July 21, 2009

''Από παιδί βιαζόμουνα, μα τώρα πάω καλιά μου.
Μια τσιμινιέρα με όρισε στον κόσμο και σφυρίζει.
Το χέρι σου, που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου,
για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει.''

Πέτρα θα του 'ριξα και δε με θέλει το ποτάμι.
Τι σου 'φταιξα και με ξυπνάς προτού να φέξει.
Στερνή νυχτιά του λιμανιού δεν πάει χαράμι.
Αμαρτωλός που δε χαρεί και που δε φταίξει.

Βαμμένη. Να σε φέγγει φως αρρωστημένο.
Διψάς χρυσάφι. Πάρε, ψάξε, μέτρα.
Εδώ κοντά σου, χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα.

( απόσπασμα Νίκου Καββαδία, Γυναίκα)
read more “ΓΥΝΑΙΚΑ (''Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία''.)”

Tuesday, June 23, 2009

Δώσε μου ένα σημάδι. Κι ας μην είναι η πρώτη φορά που βαδίζω στα τυφλά. Ένα σημείο μέσα στη μέρα, από τα χέρια σου.
Απελπίζομαι αληθινά, σαν καπετάνιος που βουλιάζει την ελπίδα πάνω σε ύφαλο. Το λοιπόν, δεν φύλαξες ποτέ σου, λιμάνι για μένα;

υ.γ Πονάω, πως δεν χαρτογράφησες προορισμό πάνω στο κορμί μου.
read more “ ”

ΑΛΗΘΕΙΑ ( ΜΕΡΟΣ 1ο)

Thursday, June 18, 2009


Κάθησα, γιατί τρέμανε τα πόδια μου. Πώς να σταθώ όρθια ; Ούτε καν την τύχη δεν μπόρεσα να προυπαντήσω έτσι όπως της έπρεπε. Τρέμανε τα πόδια μου. Είπα να γελάσω δυνατά, να με ακούσουν οι τοίχοι, να με ακούσει ο κόσμος, να με ακούσει το παρελθόν. Ποιός μου κάνει πλάκα; Ποιός ξεκαρδίζεται στα γέλια; Εγώ δεν γελάω. Εγώ ερημοδικάζομαι. Κι ούτε να κλάψω μπορώ. Κι ο φόβος δεν ταιριάζει στον ένοχο. Σκατά τα'χω κάνει. Όπως μονάχα τα παιδιά ξέρουν να τυλίγουν κουβάρι τα γεγονότα με τα καμώματά τους, μονάχα που στο τέλος πάντα κάποια νεράιδα παραμονεύει στο διάβα τους γυρέυοντας να τα λυτρώσει. Δεν είμαι παιδί. Οι νεράιδες ξεφυλλίζουν ξένα παιδικά μάτια. Και τα δικά μου, τα δικά μου τα κυκλώνουν δαίμονες.
Πάντα κατάστρωνα στο μυαλό μου υπερβάσεις και στα λόγια μου τυλιγμένα ακατόρθωτα κατορθώματα για τους ανθρώπους. Για τους άλλους. Κι ήρθαν οι καιροί να γυρέψουν αποδείξεις. Aπο μένα. Καλά να τα πάθεις, λοιπόν, της θεωρίας υπεράνθρωπε. Στην εφερε η ζωή γιατί της πούλαγες παραμύθια. Κι έλεγες πως θα βαυκαλίσεις την Αρχοντειά της με ξόρκια και βασκανείες λόγων.
Πές της την αλήθεια τώρα, έτσι για να γνωριστούμε καλύτερα.

- Με λένε Μαρία- Νεφέλη και είμαι μια μεγάλη ψεύτρα.
read more “ΑΛΗΘΕΙΑ ( ΜΕΡΟΣ 1ο)”

ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΩ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ

Tuesday, June 2, 2009


Κοιτάζω τ' αχνάρια ενός ουρανού. Δεν είναι δύσκολο σου λέω. Φτάνει τα μάτια να μολεύουν το σκοτάδι, να μερεύουν το φόβο. Όσα αστέρια μου δόθηκαν να απλώσω στη χούφτα μου, σβήστηκαν σα μεθυσμένα ακροθαλάσσια. Φαίνεται πως κάποια χέρια δεν είναι άξια να βαστήξουν την οσμή τους. Θυμήθηκα όμως μαρμαρυγές και βλαστάρια που δεν άνθισαν ποτέ. Θυμήθηκα ηλιοβασιλέματα που δεν γέμισαν τη Δύση. Ανθρώπους που δεν διαβήκαν το κατώφλι της άνοιξης στο πλάι μου. Έμαθες ποτέ σου ποια είναι η μεγαλύτερη λαχτάρα που ξυπνάει μέσα μου; Η φυγή. Θες κι εκείνον τον πόνο που λαβώνει τη μιλιά μου τις νύχτες; Η φυγή. Ατάκτως, με δρασκελιές μικρού παιδιού και δίχως αστέρια στις χούφτες μου. Έχω κι έναν καθρέφτη που ξαμολάει τη μορφή μου στις όχθες του. Σκληρό πρόσωπο με βλέμμα που δεν θα σου φανερώσω ποτέ τί κρύβει στα θηκάρια του.
Δεν Σου χρωστάω άνθρωπε. Με τη ζωή έχω αλισβερίσια και οφειλές που κάποτε θα ξεχρεώσω όταν στεριώσει η ώρα μου. Τώρα περπατάω. Ατάκτως. Με πληγές ανοιχτές σαν παπαρούνες, με ψυχή λαβωμένη όπως μόνο τα θεριά ξέρουν. Αλλά δεν πέφτω σα σφαχτάρι στα ποδάρια σου, τη χάρη τούτη δεν στη κάμω. Κι αν έχω ακόμη στα λόγια μου ένα χαμόγελο να λαχτίζει τον κόσμο, είναι γιατί έμπλεξες στα μωρουδιακά μου ένα στοίχημα. Εικοσιοχτώ χρόνια αναμεριάζω ανέμους γι' αυτό το στοίχημα .
Και κάποια μέρα...θα πεις πως το έχασα. Αλλά θα έχω Νικήσει.
read more “ΔΕΝ ΧΡΩΣΤΑΩ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑΝ”

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ

Sunday, May 31, 2009



υ.γ Που Εί- Σαι ; Πώς Εί - Σαι ; Ε Δ Ω , πάντως όχι.
read more “ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ”

Ε, ΛΟΙΠΟΝ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΤΙ ;

Thursday, May 7, 2009

«Τί θα φοράς συνεννόηση
να σε γνωρίσω
ώστε να μη χαθούμε πάλι
μες στους πολυπληθείς σωσίες σου;»


«Αν δεν υπήρχε η απόσταση
στον ενικό θα μας μιλούσε η νοσταλγία»



Κική Δημουλά

read more “Ε, ΛΟΙΠΟΝ ΞΕΡΕΙΣ ΚΑΤΙ ;”

Monday, April 6, 2009

...κι οι έρωτες πετώντας σα'ι'τιές την περιγελούν...

read more “ ”

''ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ''

Thursday, April 2, 2009


Φεύγω.
Για πού δεν θα σου πω.
Έτσι θα καμωθώ
πως κάποιο μυστικό έχω από σένα.

Θα κρυφοκοιτάξω τους βυθούς,
θα συμφιλιωθώ με τη θάλασσα
εμπιστεύοντάς της την αντάρα μου,
Θ' ανακατέψω τ' άστρα με το ύψος μου,
θα παραμερίσω με τις προσευχές μου
το ενιαίο του ουρανού,
μήπως και μέσα σ' όλα αυτά
είναι κρυμμένη η αποστολή σου:
αν ήρθες για να ξανοίξεις τα χρώματα
και τους χειμώνες να καθαιρέσεις,
ή για να στρίψεις αρνητικά
τους διακόπτες του λογισμού μου
σκορπίζοντας τη φυγή σου.


Σαν θα τη βρω και είν' ηλιόλουστη,
θα τρέξω ολοπόρφυρη και απέραντη
να την ξαναδιαβάσω στα μάτια σου.
Αν πάλι μέσα στην κακοκαιριά κρύβεται
θα προσποιηθώ πως δεν τη διάβασα.
Κι αν μάταια πάλι έψαξα,
θα πιέσω με την καρτερία μου το στήθος σου
ώσπου μονάχος σου να την προδώσεις.


Κική Δημουλά.


(υ)στερο.(γ)ράφημα : Μη βιαστείς να Την χαρίσεις σε σένα. Τη Φυγή.
Άλλωστε υπήρχαν απο Πάντα τόσα που γύρεψα να αποφύγω. Τόσα που γίνηκαν Ποτέ αντιληπτά απο τους Ανθρώπους.
Μονάχα ένα παράπονο: πως την Σιωπή μου
λησμόνησα να περιχαρακώσω .
Τη δική σου όμως περιέσωσα μελετημένα
λέφτερη στο στήθος μου
να θηλάζει κατανόηση.
''Μ.Ν κι ένα Σύννεφο''
read more “''ΑΝΑΖΗΤΗΣΙΣ''”

Υ.Γ

Tuesday, March 31, 2009

«Nα γνωρίζει τίμια να ζη και ωραία ν'αποθνήσκη»

Διαβάζω ξανά Συκουτρή «Συμπόσιον» με την ίδια λαχτάρα να ξεγυμνώνει τους σκιρτημούς του πρώτου αγγίγματος. Τις ίδιες φυλακισμένες σκέψεις να ξανεμίζουν στις όχθες των σελίδων ερωτήματα,φλογίσματα κι ιδέες. Να πω πως αν δεν το αντάμωσε ακόμη η αφή σου σε ξορκίζω να το κάνεις. Δίχως γιατί.

Καλή ανάγνωση.
read more “Υ.Γ”

ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΕΣ 2

Monday, March 30, 2009


Δευτέρα πρωί κι ανοίγουν τα μάτια της εβδομάδας. Ημέρα του είλωτα, ημέρα της μαρμότας. Μη δω μαύρη γατούλα στο διάβα μου, ούτε να τολμήσει να κατέβει πόντος στο καλσόν μου, το μπάνιο είναι δικό μου για ένα τουλάχιστον τεμπέλικο μισάωρο, καφές με γλυκό δίχως κουβέντα-το κέρατό μου γιατί κωλοχτυπιέμαι στο γυμναστήριο ;;- και μπινελίκι νυσταγμένο απο ταρίφα δεν δέχομαι, ρε φίλε. Δευτέρα πρωί, το εξώφυλλο της εβδομάδας. Μη μου το μουτζουρώνεις, γιατί βγάζω νύχια! Θέλω θέση αδειανή έξω απο το σταθμό, δεν με βγάζει το δεκάποντο, κι εσύ δεν με καταλαβαίνεις....ευτυχώς ο κυπριακός λαός έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο της γκρίνιας μου αφού απέσυρε την ''κατσαρίδα'' του -μπροστά στη ''μανάρα μου'' την 4 πορτη-απο μια θεσάρα που κερί να άναβα , καντηλανάφτη να σε έταζα, πάλι δεν θα βρισκα! Καλό ταξίδι πατριώτη,να μου φιλάς την Μεγαλόνησο!



Δευτέρα πρωι, χθες βράδυ το στομάχι μου κόντεψε να εκραγεί με μια σκέψη. Μία σκέψη. Ξεπαρκάρω όμως απο τη μαυρίλα, άλλο σου έλεγα. Κι ανοίγω που λές το βλέφαρο, βουτάω μια Athens voice, τα μισά φοιτητικά με αυτή την ''έβγαζα'' στο κυλικείο, μην το ψάχνεις δεν την ήξερε ούτε η μανα της η κυρα -φυλλάδα, ούτε εσύ που μου το παίζεις έξυπνος. Την γυρνάω πισθάγκωνα-ναι ωραία η στάση στο κρεβάτι, αν και πλέον οι μόνες στασεις που γνωρίζω είναι των λεωφορείων- καρφώνεται το βλέμμα στα Ζούδια. Γουρλώνω ένα μάτι να-με το συμπάθειο-σα χοάνη, και διαβάζω η ρουφιάνα, που να μην έσωνα . Ναι, ναι ξέρω, εσύ δεν είσαι των Ζωδίων, είσαι των σεμιναρίων. Κι εγώ, καλό μου στον αγώνα ενάντια στην υποκουλτούρα συνδρομήτρια είμαι, μονάχα που αν δεν ξεκρεμάσω τα αποπαίδια της ζωής από τα ντουλάπια μου κιντυνεύω να μείνω με καμμένο εγκέφαλο, επισκέψεις απελπισμένες στο μπαρμπέρη για κόντρα και αποψίλωση αντρικού μορίου σε πλαστικό. Κιτρινίζω λοιπόν με λεπτομέρειες πικάντικες του τύπου είμαι Κριός με ωροσκόπο Σκορπιό και Σεληνούλα στο Σκορπιο μπλα, μπλα μπλα...Γομάρι στα δύσκολα, για να μαθαίνεις και Π...να στο κρεβάτι, αλλά καρδιά μαρουλάκι που φυτρώνει σε μποστάνι. Πισωγυρίζω στη μέρα μου, γιατί άρχισα να βαριέμαι. Διαβάζω το λοιπόν:
'' Strange times. Very strange. Ενώ εσύ προσπαθείς να είσαι παρόν για τους ανθρώπους που σε ενδιαφέρουν αισθάνεσαι σύγχυση όταν συνειδητοποιείς ότι αυτοί σε κρατάνε σε απόσταση ή σε αφήνουν να παραδέρνεις μόνος. Τότε είναι που σκέφτεσαι να παρατήσεις τους πάντες και τα πάντα για να φύγεις για κάπου που δεν χρωστάς σε κανένα τίποτα και δεν είσαι δεσμευμένος με δυσβάσταχτες υποχρεώσεις. Με τον Δία, αλλά και τον Χείρωνα στον 11ο οίκο σου ζήτα συμβουλές από αυτούς που μπορούν να σου τις δώσουν στα ίσα χωρίς υπεκφυγές και ωραιοποιήσεις. Ίσως αυτά που ακούσεις σε πείσουν γιατί δεν μπορείς να παρατήσεις τίποτα και κανένα αφού έχεις παρόν και πραγματικά πολύ μα πολύ μέλλον. ''

Κομπογιανίτη αστρολόγε, δεν σε ξέρω του λόγου σου, μα πολύ σε γουστάρω. Γιατί παληκάρι μου στο μυαλό μου σε ήθελα κι εκεί σε βρήκα να σουλατσάρεις την αράδα σου. Το'πα πως πολύ σε γουστάρω;; Το'πα!'' Με κυνηγάει μια φυγή...'' από τα γενοφάσκια μου, άρχοντά μου, μήπως να μού πεις πως να την λύσω να λευτερώσω τα φυλλοκάρδι μου;;
28 θυμωμένα χρόνια...ξυπνἀω ένα πρωί Δευτέρας και θέλω κάπου να μείνω. Για πάντα, ρε φίλε. Για πάντα. Μα δεν με βαστάει τίποτα...



* Η υπέροχη εικόνα κλεμμένη απο το μπλογκ ''Λόγια της Πλώρης''. Με συνείδηση και σεβασμό, σε φιλώ για το δανεισμό σου. http://logiaplorhs.blogspot.com/ ( πάρτη και την διαφήμιση, γιατί σου αξίζει)
read more “ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΕΣ 2”

SWITCH OFF YOUR LIGHTS

Saturday, March 28, 2009

read more “SWITCH OFF YOUR LIGHTS”

Friday, March 27, 2009


Η εντιμότητα αποδεσμεύει τις πράξεις. Εκείνος που λύνει τους κάβους της σιωπής, ανακηρύσσεται αθωότερος των αθώων κι αγνότερος των αγαθών.
Κι οι πόρνες της σιωπής, Δάσκαλε, κρημνίζονται στο βράχο της ενοχής;
-Δεν ετίμησαν τις συναγωγές των Ανθρώπων, δεν ετήρησαν τον όρκο της Απολογίας. Τόλμησαν να πεθυμήσουν τους ουρανούς.


Οι πόρνες της Σιωπής, Δάσκαλε...


υ.γ Ναι , ξέρω, δεν καταλαβαίνεις. Σ 'ἀγαπώ κι αυτό φτάνει να πεθαίνει τις αποστάσεις.
υ.γ2 Τούτο το μαχαίρι που καλώ Αγάπη, στα δικά μου χέρια λαβαίνει χρώμα διάφορο των Ανθρώπων. Ντυμένο τη Φυγή, να μισεί το κόκκινο.
read more “ ”

ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΣΚΕΨΗΣ

Monday, March 23, 2009








« Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
μέρες ολόκληρες σε
κοίταζα στα μάτια
και δε σε γνώριζα μήτε με
γνώριζες. »








Γ. Σεφέρης








Απόγιομα σκέψης και πάλι συλλαβίζω. Δίχως λέξεις
δεν διαβαίνεις
την άβυσσο, μήτε με φοβισμένες στράτες και λαχτίσματα
ντροπής. Να μιλήσω για
έρωτες για θάνατο και κείνα τα μπλάβα τα σύννεφα που
στέργουν τις νύχτες μου; Να μιλήσω για σιωπή και
κείνα τα πολύχρωμα
κεντήματα
που απλώνει καθε τόσο η μορφή σου στον ύπνο
μου; Για σεφέρια
απορριγμένα στο
χαρτί σαν τσακισμένοι πολεμηστάδες στων
βράχων την απόγνωση.
Απόγιομα σκέψης και πάλι
συλλαβίζω. Με ένα βήμα
που μονάχα εσύ
γνωρίζεις.

'' Ξεκίνησα
ένα
πρωινό /κάτω απο
διάφανο ουρανό/με ρυθμικό το βήμα. Άλλαξε χρώμα ο ουρανός/ο
ορίζοντας πιο
κοντινός/Το βήμα τί ωφελούσε;/Τώρα δὲν ἔχω κάπου πιὰ/νὰ
στρέψω τὴ
θολὴ
ματιά.Τίποτε δὲν προσμένω./''
Να
γέρνει πάνω στους ανθρώπους , όπως
οι σκιές των δέντρων
γυρεύουν
ν'ἀκουμπήσουν τα χώματα ύστερα αποσώνουν
τον ίσκιο τους πάνω
στο θάμπος της
νύχτας. Τόσες οι νύχτες , θα'λεγες
πως φτάνουν να στερέψουν τη σκέψη. Μα δεν
σώνεται έτσι η σαγίτα της ελπίδας,
λέω. Μήτε η προσμονή ξοδεύει την απελπισία
της πίσω απο πρεβάζια κι
αμπαρωμένα
πορτόφυλλα. Μου
λείπουν οι άνθρωποι
όπως στο πεινασμένο ζώο θερίζει τη σκέψη η γέψη της ΄σαρκας,
μα τούτα δεν
είναι λόγια εύκολα που αναρριγούν απο τα σωθικά σου. Μου λείπουν οι
άνθρωποι, που δεν γνώρισα. Εκείνοι που αρνήθηκα να πλησιάσω, κι άλλοι απο
εκείνους μπερδέυτηκαν στα δίχτυα της ζωής μου. Μού λείπουν τα καθάρια
βλέμματα , το λαγγεμένο πρόσωπο, οι φουρκισμένες σκέψεις που
απλώνουν τα λογάρια τους σε ξεχασμένα βράδια. Οι συντροφιές εκείνες που
ξεφτίζουν με το νύχι τους τη γνώση. Με φωνές, ουρλιαχτά και σκυλέματα.


Απόγιομα σκέψης... πως έχω ξεχάσει την ελευθερία μου σε κάποιο
μπαλκόνι να
παφλάζει σα θυμωμένο κύμα, να ξανεμίζει την κόμη της ειρωνικά
σε συντρόφους κι
ερωτικά καλέσματα. Πως έχω αφήσει να λαχταρίζει ένας
φόβος-ορκισμένος εχθρός-
μήπως ζυγώσει κανείς τη λεφτεριά μου. Μήπως λαβώσει
κάποιος την Ελπίδα. Φόβος ή
Πεθυμιά; Δεν μπλέκω τα δάχτυλά μου στην
απόγνωση.

υ.γ Οι άνθρωποι γεννιούνται Ελεύθερα
ερωτευμένοι. Και
πεθαίνουν δέσμια ερειπωμένοι. Γεννιόμαστε μονάχοι,
πεθαίνουμε μονάχοι. Σαν θες
έλα να το σκεφτούμε μια στάλα. Τούτο με βαστάει
τη ζωή να σκλαβώνω με τα
δικά μου χέρια
και να με σκιάζουν τα δικά σου.

read more “ΑΠΟΓΙΟΜΑ ΣΚΕΨΗΣ”

POR UNA CABEZA

Sunday, March 1, 2009









* The lyrics of the song talk about a compulsive horse-track gambler who compares his addiction for the horses with his attraction to women.


Por una cabeza
si ella me olvida
que importa perderme,
mil veces la vida
para que vivir...


Losing by a head
if she forgets me,
no matter to lose
my life a thousand times;
what to live for?
read more “POR UNA CABEZA”

Saturday, February 21, 2009


υ.γ Τρεις χορδές κι ένα δοξάρι. Τα δάχτυλά μου μπλεγμένα στις νότες. Η καρδιά μου να φτεροκοπάει σκιές, ανέμους κρητικούς κι ο νους ανεγυρίζει την αθάλη τούτου του κόσμου.

Τρεις χορδές κι ένα δοξάρι στα χέρια μου. Πάει να πει πως... όλα εδά αρχίζουν.
read more “ ”

ΜΟΥ Λ- Υ -ΠΕΙΣ

Wednesday, February 11, 2009

Γράφει στη μνημη μου ένας κοντυλοφόρος ουρανός, σα λαβωμένο
ζώο παραπατώντας στο μελάνι της νύχτας. Δραπετεύει μέσα από τη κλεψύδρα
ποιητάδων , αγκουσαίνει στις λέξεις, την αλφάβητο που πληγώνουν τα χέρια
μου. Κάποιες φορές, τα χέρια στεριώνουν την άβυσσο. Κι είναι τόσο απλό να
διαβαίνεις την άβυσσο, όσο τους πορφυρούς λειμώνες της ισημερίας, όσο τα γυμνά
ακροθαλάσσια του χειμώνα, όσο και κείνα τα ξάστερα απόβραδα ενός λινού
καλοκαιριού. Μονάχα τα παιδιά ζαρώνουν στη ποδιά μου, τα λουλούδια
σαν κλειδώσουν'' τα βλέφαρα ''στη νύχτα. Για τούτο δεν γέννησα, για τούτο
δεν γέμισα τ 'ἀνθογυάλια μου με ανεμώνες.
Πες μου τώρα... πως να σε παρω μαζί μου;
Για τούτο, θα'πρεπε να σταυρώσω τις σκέψεις μου.
υ.γ Ανορθόδοξα βαλμένη η μέρα στο στερέωμα της σελίδας. Δεν υπάρχει ο χρόνος. Μ'ἀκούς;
read more “ΜΟΥ Λ- Υ -ΠΕΙΣ”

7 . 2 . 200?

Saturday, February 7, 2009

Τελικά. Σ'αγαπώ. Όπως αγαπάνε τα παιδιά , οι ουρανοί του απάνου και του κάτω κόσμου, οι ζητιάνοι. Γιατί έτσι θέλω και δυάρα δεν δίνω σε κανένα θεό και δαίμονα. Σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ.. Σ'αγαπώ. Σ'αγαπώ. Και μάρτυράς μου η νύχτα. Οι ώρες. Τα φεγγάρια που κύλισαν σαν πέτρες πλάι στις λέξεις. Λέξεις που σκόρπισαν την αλφάβητο στη σπορά της νύχτας. Και ναι , είμαι ο καθρέφτης σας. Σε σένα μιλώ. Και σε σένα. Σε σένα. Σε σένα.
Δεν θα με ξαναδείς. Ποτέ. Ποτέ. Ποτέ.
Όπως δε με αντίκρυσες ποτέ.

Να μου φιλάς τις καραβόστρατές σου. Τις νότες. Τη θάλασσα.
read more “7 . 2 . 200?”

Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ

Friday, January 16, 2009


Διαβάζω '' η Ανατομία της Μελαγχολίας'' του Ρόμπερτ Μπέρτον και μάλλον αποφασίζω στα 27 μου φεγγάρια να γκρεμίσω ερωτήματα. Κάπως ν'αποσυνθέσω τα μελαγχολικά γρανάζια τούτου του κόσμου.Του δικού μου κόσμου. Δεν τα γκρεμίζω, τα αποδέχομαι. Την ανατομία τους όμως δεν την παραδίδω σε άλλους.

Σαν αγαπώ το βιβλίο που αγγαλιάζουν οι παλάμες μου, το σκαλίζω με τις μέρες. Αργά , νωχελικά. Όπως εσένα ένα χρόνο τώρα.


read more “Η ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑΣ”

ΣΕ ΘΥΜΩΝΩ.....ΩΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ.

Tuesday, January 13, 2009


Νεύρα. Σαν σπασμένα καλώδια. Και σπινθήρες πάνω σε μέταλλα. Νεύρα πολλά. Κι ας είχα μέρες ηλιόλουστες στο θυμικό μου κρυμμένες όλο τούτο τον καιρό, κι ας έκρυβε μια γαλήνη το βλέμα μου, έτσι χωρίς λόγο, τα περασμένα βράδια. Με τσάκισαν οι αλήτες. Το παράδοξο στους ανθρώπους και η αγένεια τραβάει μαλακία. Τη δική τους μαλακία την πληρώνουν τα ''σύννεφα''. Τη δική μου τη πληρώνει η ψυχή μου. Δε βαριέσαι. -'' Όχι δε βαριέμαι'', ''πρώτα θα σας σταυρώσω και μετά θ' αποχωρήσω''. Άρχισα να κουβεντιάζω μονάχη μου, πάει να πει πως μου στρίβει.

Μια ζωή οπλαρχηγός, ρε φίλε. Μια ζωή ορθόσωμος στις βίγλες, με ματωμένα γόνατα και φωνή βραχνή από τις διατάξεις. Και στις οπλές μου λουλούδια. Μα δε μου πάει να λακίσω, γι'αυτό λουφάζουν κάθε τόσο όσοι του λόγου τους θωρούνται δυνατοί. Σιχτίρ κι ο σπόρος που με σπειρε. Σερνικοθήλυκος, αγύριστο κεφάλι. Ξεγελά κι η γαμημένη η εμφάνιση, που να φανταζόσουνα...πως να έλαμπε η αστραπή στη κεφαλή σου, σαν έσκυβες να με φιλήσεις πως θα παίζαμε μπουνιές στα χώματα;;! Πουθενά συγκεκριμένα η πρότερη εικόνα, απλά έτσι νιώθω. Πας να μου χαιδέψεις το στήθος κι εγώ θέλω να πηδηχτούμε δίχως φιλιά και αηδίες, γρήγορα, ανώδυνα. Δεν είμαι σκληρή. Αθεράπευτα ρομαντική...σα να λέμε απελπισία στα χρόνια της χολερας. Κι όταν ο καιρός σταυρώσει το ένα σου πρόσωπο, εσύ γυρνάς το άλλο το σκληρό και χαραγμένο. Του χειμώνα. Το σκαμμένο, εκείνο τ'αντρείκιο ντε. Ετούτο φόρεσα, λοιπόν μαζί με τον οίκτο μου. Για τα σκυλιά, τους ημιμαθείς, τ'απελατίκια των βαρβάρων που έσυραν να με φοβερίσουν. Μόνο που ξέμεινε απο συνήθεια, φόβο. Δεν έχω άλλο να σου χαρίσω, ούτε χαμόγελα κορίτσίστικα. Έχω και τούτη τη γραφή, που στέκει σα χαμομηλάκι του χειμώνα. Μα δε βαριέσαι, ποιος λογαριάζει γράμματα σε χρόνους αριθμημένους....

Ήθελα να σου ζωγραφίσω μια εξομολόγηση, ερωτική. Τί τις έχω τις μπογιές τα δάκρυα!!!!


Μα δεν θα τη διαβάσεις, δεν θα τη διαβάσεις.

Ανοίγω το παράθυρο, ουρανός. Κλείνω τα μάτια θαρρώντας ΄πως σαλεύουν αστέρια στα πόδια μου. Ευχή, φωνάζω, ευχή.

- Ας ήταν και να διάβαζες τα γράμματά μου. Ας ήταν και να έστεργες τις εξομολογήσεις μου.
υ.γ Αλήθεια, με διαβάζεις καθόλου; Πες μου ψέμματα τυλιγμένα σε χίμαιρες..
read more “ΣΕ ΘΥΜΩΝΩ.....ΩΣ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ.”

S.O.S PALESTINE

Thursday, January 8, 2009




''Κύριε, δώστε μου ένα υπνωτικό
να κοιμηθεί λίγο η έρημος έξω.''

Κ. Δημουλά

Πιάνω εικόνες και τις σωφυλλιάζω
μεσα στα δυο μου χέρια. Παλιές φωτογραφίες
που τις γέρνω
πάνω στο φως όπως οι πεταλούδες γέρνουν
το θυμό τους στο σκοτάδι.
Σκοτάδι, και το δωμάτιο γέμισε θάνατο.
Και συνηθίζουν τα μάτια στο σκοτάδι. Συνηθίζουν
τα μάτια στο θάνατο. Τόσο που ένα ακέφαλο σώμα
κλειδώνει σα γλυπτό στη μνήμη,
τόσο που τα χαρακωμένα χέρια καρπίζουν μάρμαρο.
Το αίμα χώμα όμως δεν γίνεται , τα δάκρυα
δεν βρέχουν ανεμώνες. Μονάχα ερπύστριες
και λαβωμένα μάγουλα.
Πιάνω αστέρια στο διάβα της νύχτας, απόψε.
Στέλνω θυμό
στους αμπελώνες της κόλασης που ονομάζουν
οι άνθρωποι κρεματόρια της μνήμης
κι αφήνω τη σιωπή κίβδηλη να στέκει. Τη σιωπή μου
με τη δική σας ενοχή να στερεώνουν
τις φτερούγες τους πάνω στα σύρματα της ευλογίας
ενός Θεού
που δεν χρεώθηκε Δικαιοσύνη.



υ.γΚαίγονται τα προσωπεία πάνω στο κόλπωμα του ήλιου
και μείνανε τα πρόσωπα σα νεκροκεφαλές
ν'αγιάζουν την Ανατολή της μέρας.
read more “S.O.S PALESTINE”

Saturday, December 27, 2008

Κάτι ώρες γαλήνιες κρέμωνται σα σταγόνες στα φύλλα της ζωής μου. Και φοβάμαι τη πτώση τους, τον ήχο πάνω στο χώμα. Έχω μιαν ελπίδα πως η παγωμένη σου ανάσα θα αφήσει μετέωρο το χρόνο σαν ένα λαθάκι ξεχασμένο μέσα στη φύση. Μα όλα πλασμένα με επίγνωση , καμώμενα με σοφία. Τόσο ανέλπιστο να με καταραστεί το θυμικό σου... κράτησα άλλωστε τα σφάλματά μου τιμωρημένα, ίσως πάλι να ελπίζω πως δεν φανέρωσα κρίματα στους τόπους σου. Πάνω στο δίκαιο των ανθρώπων εξόρισα την ανυπακοή μου, πάνω στη δικαιοσύνη του Νόμου σου, οφείλω την υποταγή μου. Σε όσα με όρισαν πριν απο μένα σε όσα θα χαρακώσουν το σώμα μου, το λόγο μου. Θεε μου...
Φοβάμαι, όσα δίκαια καλείς του λόγου σου κι αναμεσό τους στέκομαι. Άφησέ με στο περιθώριο της Δικαιοσύνης σου. Ώσπου να δυναμώσει η ψυχή μου!


Απο ποιά χαραμάδα τ'ουρανού να φυτρώνει η μορφή σου σα βλαστός ;
read more “ ”

ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Wednesday, December 17, 2008


Απόψε γιορτάζει ο Νικόλας ο Άσιμος στη ψυχή μου. Έτσι, δίχως λόγους και θλιβερές επετείους, διχώς κεράκια και στημένες ημερομηνίες. Απόψε γιορτάζει ο Νικόλας ο Άσιμος, μ'έκείνο το ''ο '' να μπαίνει αναμεσά του όπως το θέλησε εκείνος...''ο Άσιμος''. Για να μη μπερδεύεται στα ποδάρια και τις σκοτούρες του Asimov για να λογιάζεται περιπλανώμενος στα δικά μας ποδάρια και να σκονίζεται με τις θλιβερές διαπιστώσεις του, τις Οδύσσειες περιπλανήσεις ενός'' Κανένα''. Απόψε... ένα θέατρο του δρόμου ξεμύτισε στην άκρη της νύχτας, έκανε τούμπες στους ασφαλτοστρωμένους δρόμους, κοιμήθηκε ανάμεσα στ'αυτοκίνητα κι έφερε στα ξέφτια του μυαλού μου έναν καβαλάρη . Τ' ουρανού. Με τσιμπολογημένα απο σπουργίτια παπούτσια, ένα σακάκι μπαλωμένο εφημερίδες, στίχους, ένα μάτσο μπαλόνια κι ένα ημίψηλο φορτωμένο σκέψεις. '' Αναζητώωωντας Κροκανθρώωωωπους'' , απελπισμένη η κραυγή του Καβαλάρη θυμώνει το Αβασάνιστο. Ένα σμαρι παιδιά αμολάνε πετροβόλια με τις χουφτές, ή μήπως βρέχει εκείνη τη νύχτα, κανείς δεν θυμάται. Έχει δεμένες δυο γραβάτες στο λαιμό του, σα θηλιές κι είναι λέει δυο φορές κύριος, κι έπειτα '' Εσύ'', λέει, '' μην πατάς πάνω στις κάλτσες σου, είναι φριχτό αυτό που κάνεις''. Γελάς, κι εσύ, κι εγώ. Πώς άλλωστε;
Πουλάει κασέτες στα στενά των Εξαρχέιων κι ένα μικρό κορίτσι με μπλεγμένες τις κοτσίδες του έχει γραπωμένες τις χουφτες στην τσέπη του σαν κυρτωμένες τανάλιες .
Απόψε δεν ανάβω κεράκια στη μάσκα που σου φόρεσε ο Θάνατος. Ούτε τύπωσα μπλουζάκι με τα ξέμπλεκα μαλλιά σου, ούτε τον ''μπαγάσα ''σου πλήγωσα με τα χείλη μου. Μονάχα που σε σκέφτηκα να φτυαρίζεις συνειδήσεις στον κήπο των Εξαρχείων. Και γέλασα, γέλασα με τη ψυχή μου. Τόσο που έγινα πολύχρωμη, σαν τους δικούς σου κροκανθρώπους.
Venceremos ,Nικόλα ,venceremos...γιατί η ελευθερία δεν πεθαίνει μέσα σε εμφύλια στρατεύματα και δεν χαρακώνει μονάχα χαρακώνεται. Πουλάει κασέτες, δεν ξεπουλιέται στα παζάρια.
Σε γιορτάζω απόψε, που γουστάρω Ελευθερία.

«Εμένα μ'αρέσουν οι βαθιές θάλασσες. Κι ας μη γυρνώ τον κόσμο. Κι ας με νομίζεις κολλημένο στο ίδιο σημείο. Δεν υπάρχει σύμπαν Υπάρχουν μόνο Στιγμές. Συμπαντικές στιγμές.Αν φτάσεις στην ακινησία Μπορείς παντού να ταξιδέψεις. Εγώ δεν χρειάζομαι τον Κόσμο, κακώς έχεις νομίσει.Για μένα δεν υπάρχει κόσμος Χρειάζομαι απλά Να δημιουργώ κόσμους»
Ν. Άσιμος
read more “ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ”

Saturday, December 13, 2008


Στις 9 το βράδυ διάφορες ομάδες νεολαίας θα συγκεντρωθούν στη κεντρική πλατεία στο Γκάζι, μπροστά το Μετρό Κεραμεικού με σκοπό να ενημερώσουν τους νέους για τα τρέχοντα γεγονότα. Σύνθημα τους «σας θέλουμε μαζί μας». Αμέσως μετά θα ακολουθήσει πορεία μέχρι την πλατεία Ομονοίας μέσω της οδού Πειραιώς.


Θα είμαστε όλοι εκεί.


υ.γ Ένα Σάββατο μπορείς να αφήσεις παράμερα τις γόβες και τα λαμπερά σου φορεματάκια. Σωστά;;
read more “ ”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ

Thursday, December 11, 2008


Pardon me, lords and ladies,
if i do not think of myself
as the disease.
Pardon me if i receive the Holy spirit
without telling you about it.
Pardon me,
Commissars of the West,
if you do not think
i have suffered enough.

L. Cohen ( Book of Longing)


-Αφήστε με , είπε να πεθάνω ήσυχη.
Κι απο τότε γύρεψα τα χλωμά της τα χέρια, σε δρόμους, σε πλατείες σε φανοστάτες σε εκκλησιές. Κι άλλοτε πάλι την είδα γυμνή να περιφέρεται μέσα σε παλιους καφενέδες στα κοινοβούλια των ''αθανάτων'', σε τοίχους μισοφαγωμένους, στα χέρια των παιδιών και των μεγάλων, στα ματωμένα ρούχα στρατοφόρων... Λιποτάκτησε, είπα, με ένα ανθάκι λεμονιάς φορεμένο κατάσαρκα και πήρε να μπλαβίζει η μέρα, όπως στα ακρογυάλια των ουρανών, και στις κόχες των ματιών του Ποιητή.
-Αφήστε με, είπε, να πεθάνω ήσυχη, όπως πεθαίνουν τα ηλιοβασιλέματα προτού τα αποτελειώσει το γιόμα της μέρας.
Και πήρα να την αναζητώ στα δίκοχα των στρατευμένων,στις λασπωμένες σόλες των ανθρώπων. Πάντα απόσωνα στα χερια μου ένα κουρελάκι μυρουδιά, όπως μένει στα υφάσματα των πεθαμένων η στερνή τους ανάσα. Ναυαγισμένα συντρίμμια, μονολογούσα, και πήγαινα παρακάτω.
Οι καιροί αλλάζουν, όπως τα μέτωπα των παιδιών πλαταίνουν πάνω στο χρόνο κι εσύ δεν μποραγες να σηκώσεις το κεφάλι απο τα χαρτιά σου. Ποιητή, γραφιά, λαμνοκόπε των ονείρων,΄Ανθρωπε. Έριξες την άγκυρά σου σε ένα λιμάνι, αιώνες τώρα κι είπες εδώ το απάγγιο μου, εδώ η Κίρκη μου, εδώ τα γηρατειά μου. Όπως δεν μπόρεσες ν'αντικρύσεις ποτέ τον θάνατο και τα στερνά σου, όπως δεν κοίταξες κατάματα τον Ήλιο , έτσι και στα τώρα, ξεχάστηκες πως οι καιροί αλλάζουν. Δεν βαστάνε οι λέξεις οι παλιές, χνοτίστηκαν απο το χρόνο, δεν βαστάνε τα λόγια και τα κρίματα και οι νόμοι που εφηύραν οι προγόνοι σου. Δεν έμαθες να σκοτώνεις τους προγόνους σου. Για τούτο κράτησες τα κοιμητήρια μέσα στα σπίτια για τούτο έσπειρες ελαιώνες κι ήπιες το χυμό τους... Ότι ήξερες πεθαίνει. Δέξου το. Σκύψε το κεφάλι και προχώρα.
Η Δημοκρατία πεθαίνει. Όπως πεθάνανε τα χέρια που την κάρπωσαν, τα στόματα που την τραγούδησαν , οι λέξεις που κέντησαν τα σώθικά της. O Σοσιαλισμός έσβησε μαζί με τη Σταύρωση πάνω στην ανατολή της ασυδοσίας κι όταν το βλέμα σκόρπισε το λαγαρό του πυθμένα. Δεν βαστάνε οι καιροί τούτο το σαρακοφαγωμένο σώμα. Τί είναι αυτό που αρνείσαι να δεις;; Σκέφτηκες ποτέ;; Πεισμώνεις και ρίχνεις το πείσμα σου πάνω στην καταστροφή, αρνείσαι την παραδοχή μιας λέξης που πάντα στάθηκε μπασταρδεμένη πλάι στις ανάσες των ανθρώπων. Ψάξε στα κιτάπια σου τούτο που ξεστομίζεις Δημοκρατία, τόυτο το κορίτσι που αποταυρίζεται κάθε πρωί πλάί στον άγνωστο στρατιώτη , ψάξε στα πισωπατήματα του χρόνου, κι αν την έβρεις να στέκει ατόφια σαν το χρυσάφι, έλα και λιθοβόλησε με .
Γινήκαμε πολλοί πάνω σε τούτον τον πλανήτη, αρμαθιές ανθρώπων, στρατιές απο σώματα κι η Δημοκρατία δεν ζήτησε ποτέ τον όχλο. Μια πουτάνα πολυτελείας υπήρξε σε όλη της τη ζωή που αγαπήθηκε, μα κοιμήθηκε στα κρεβάτια των λίγων . Κι εσύ βαυκαλίζεσαι πως θα την κάμεις πόρνη. Μα τα χατήρια δεν στα κάμει, κι ένα σου λέω. Άστη να φύγει, όπως της αξίζει, για να μπορέσει να ξανάρθει. Κι άσε τις μέρες να φέρουν όσα οι Θεοί ονόμασαν πλήρωμα,όσα οι ανθρώποι θερισμό, όσα η γη αξίζει. Τούτη η πραμάτεια μας, φτωχή κι αρματωμένη, μα θέλει δέσιμο. Η Δημοκρατία δεν δένει. Λύνει τους κάβους, μυρίζει θάλασσα και τα μυαλά των ναυτικών δεν μένουν στα αμπάρια, αμολάνε φτερά , διαβαίνουν τον ορίζοντα.
Θαῤθουν μέρες, που θα ακούσεις για άλλα πολιτεύματα. Θαῤθουν μέρες, που θα βρεις νόμους λακωνικούς σαν συνθήματα πάνω σε τοίχους. Άστους ναῤθουν και να φύγουν όταν δεν θα αντέχει η καρδιά να τους βαστάξει. Γιατί ήρθε η ώρα να εκτιμήσεις όσα πλανηθηκες πως ήσαν δεδομένα κι όσα δεν στάθηκες ικανός να τα σπείρεις παραπέρα. Πολέμα, όσο θες, μα όσα σου λέγω τώρα θα γίνουν, τίποτα δεν ξεγράφεται από τους ουρανούς κι αν έμαθα να τους διαβάζω είναι γιατί δέχτηκα το θάνατο. Όσο έσυ δεν ξεκόρμισες απο τη ζωή ποτέ σου.
Αφήστε τη Δημοκρατία να πεθάνει στην ησυχία της. Αρκετά την σκοτώσατε, αρκετά τη λιθοβολήσατε, αρκετά την πληγώσατε με τα στόματά σας, αρκετά την νεκραναστήσατε. Αφήστε την Δημοκρατία να πεθάνει όπως της αξίζει.

Τουλάχιστον εγώ, θα ξέρω, πως δεν την πετροβόλησα ποτέ μου. Μονάχα της έκλεισα τα μάτια.
read more “ΑΦΗΣΤΕ ΜΕ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ”

E Λ Α

Friday, December 5, 2008

read more “E Λ Α”

Wednesday, December 3, 2008


Nομίζω πως κοιμήθηκα περισσότερα τρένα στη ζωή, παρα ανθρώπους. Τα δικά μου βαγόνια, στάθηκαν τα πιο αλλόκοτα, λες και τις ώρες που συχνάζω στα σωθικά τους βρέχει ο Θεός περίεργα στοιχήματα. Τα ''ξωτικά της μέρας'', ψιθυρίζω, περιπαίζω τις εικόνες, δίνω σχήμα στα πλάσματα κι εκείνα ξεφτίζουν με το νύχι τους λίγο τη φαντασία. Τα μυρίζω όπως η μάνα το βλαστό της, όπως το θρέμμα το μητρικό το στήθος, πέφτω επάνω τους με γδούπο. Τρελοί πραματευτάδες, ζωγράφοι, ποιητάδες, πορνογράφοι και ειδωλολάτρες, κοιμωμένες ξεχασμένες πριγκηποπούλες, στο διπλανό κάθισμα, να ξεχνάνε την ανάσα τους στον ώμο μου. Αρπάζω τότε ένα δίχτυ- σαν τις ''πλεξούδες'' του ''Γέροντα '' στ'ανοιχτά του πελάγους- ανάβω τσιγαράκι- κατα φαντασίαν - και θυμωνιάζω λόγια. Σταχυα λόγια, λυγμούς και περιπαίγματα. Μάτια, πονεμένα, μάτια ξενυχτησμένα, θυμό , οικτο, λαχτάρα.

Στιγμές που χάνω τον εαυτό μου, σαν σήμερα, να γίνομαι όλα όσα μισώ να θωρώ στις στέπες των ανθρώπων. Ανοιχτό παράθυρο, θέση με θέα στο διάβα του τρένου, να βλέπω πάντα τα φώτα των δρόμων να ξαπλώνουν στο στήθος μου, τίς ρυτίδες προσώπων ξεχασμένων απο το χρόνο στις αποβάθρες, στο τζάμι να ζωγραφίζω με το δάχτυλο εσένα. Πάντα εσένα. Παράθυρο ανοιχτό, λέω. Βρόχη - ρανίδες γυαλιού χαράζουν το μέτωπό μου, τις σελίδες του βιβλίου που στα χέρια ακουμπώ. Σηκώνομαι βιαστικά και σφραγγίζω το παράθυρο. Σηκώνομαι βιαστικά και σφραγγίζω το παράθυρο. Δεν είμαι εγώ, τότε ποιός; Ανόητοι άνθρωποι έτσι σαν κλείνουν το παράθυρο στη Ζωή.


Γράψε μου πως δεν θα γίνεις ποτέ σαν κι εκείνους. Να θυμάσαι το παράθυρο το Ανοιχτό.



υ.γ Θα γεράσω μαζί σου ''μικρή και τριανταφυλλένια''...Θα περιμένω απο σένα να μού πεις πότε το παράθυρο να κλείσω. Στη νύχτα για στο φως.



Καληνύχτα.
read more “ ”

Tuesday, December 2, 2008


« Αν είσαι πολεμιστής, μη λυπάσαι, δεν είναι στη περιοχή του χρέους σου η συμπόνια. Σκότωνε τον οχτρό ανήλεα. Μέσα από το σώμα του οχτρού άκου το Θεό να φωνάζει:« Σκότωσε το σώμα τούτο, μ'εμποδίζει . σκότωσέ το να περάσω! »


«Αν είσαι σοφός, πολέμα στο κρανίο, σκότωνε τις ιδέες, δημιούργησε καινούριες. Ο Θεός κρύβεται μέσα σε κάθε ιδέα όπως μέσα σε σάρκα. Σύντριψε την ιδέα, λευτερωσέ τον! Δώσε του μια άλλη ιδέα, πιο απλόχωρη, να κατοικήσει.»


«Αν είσαι γυναίκα, αγάπα. Διάλεξε, ανάμεσα απ'όλους τους άντρες, με σκληρότητα, τον πατέρα των παιδιών σου. Δε διαλέγεις εσύ. διαλέγει ο άναρχος, ακατάλυτος, ανήλεος μέσα σου αρσενικός θεός. Τέλεψε όλο σου το χρέος, το γιομάτο πίκρα, έρωτα κι αντρεία. Δώσε όλο σου το κορμί, το γιομάτο αίμα και γάλα.»

Ν. Καζ.
Και τώρα που τέλεψαν τα παραγάδια, τ'αλήτικα ιχνογραφήματα στους τοίχους, τί είμαι;
Ένας κήπος η ζωή μου δίχως φράχτες και μυρωδάτα σύνορα. Θαρρώ πως τα δικά του λουλούδια, ήταν κάποτε δάκρυα, και μια νύχτα σκόρπισαν απο τα μάτια τ'ουρανού. Στον κήπο μου. Εκεί που τα χέρια σου ήρθαν και ράγισαν το χώμα, λιθοβόλησαν την ψυχή μου με την πετριά της ελπίδας.
Βρέχει στον κήπο μου τούτες τις μέρες. Βρέχει ροδι και στάρι, εκείνα που ξεχνώ, όσα θυμάμαι, κι εκείνο το ''Θέλω'' αποξεχάστηκε πάνω στις φτερούγες της επιθυμίας. Ξέρω,δεν κόβω λουλούδια, ανθισμένα δάκρυα, αγαπάνθους, ανεμώνες, αμάρανθους ζουμπούλια. Έκείνη η λέξη''επιλέγω'' ξάφνου έβγαλε αγκάθια. Η επιλογή ''σκίζει'' τα δάχτυλα που την άγγιξαν.


υ.γ Πάμε να φύγουμε μακριά απο δω...Δεν τους αντέχω τους ανθρώπους, σίγουρα ούτε αυτοί εμένα.

Τα λέμε...στο Νόστο.
read more “ ”

AND THE STORY GOES ON AND ON...

Monday, November 24, 2008


Δάκρυα, δάκρυα, δάκρυα...Βαρέθηκα να βλέπω δακρυσμένους ανθρώπους. Κουράστηκα να σας ακούω να κλαψουρίζετε στον ώμο μου, κουράστηκα να ακούω τη φωνή μου να σκορπίζει παραμυθίες και λόγους, λόγους.... Ναι, ξέρω. Υπἠρξα δυνατή. Είμαι, υπήρξα, ποιός νοιάζεται; Ο γκομενός μου, η γκομενά μου, μού είπε, της είπα, με ήθελε, την ήθελα κι ένα κουβάρι απο ιστορίες. Οι'' παρίες του έρωτα'' και κουραφέξαλα. Τί ξέρετε μωρε απο έρωτα; Τυλίγεστε με μια κουβέρτα φεγγάρια ολόκληρα, σπαταλάτε ανάσες κάτω απο ιδρωμένα σκεπάσματα, κοινωνικές εκδηλώσεις πιασμένοι χέρι-χέρι, καλοκαιριάτικα δειλινά -΄ωρες ολόκληρες αναλύετε την αγάπη, τα ελλατώματά σας κι έπειτα...έπειτα Φθορά. Όμορφη λέξη. Εσεις την ξυπνήσατε, καθήστε τωρά μονάχοι σας να θωρείτε τον ξυπνημό της κι ύστερα να φοράτε στο κορμί σας την αγαπημένη σας λέξη: Θύμα. Βαρετό το σενάριο. Η πικρία σας το ίδιο. Όχι, δεν είμαι σκληρή, άλλωστε οι ώμοι μου φιλοξένησαν τη ψυχή σας, αυτή μωρέ, που δεν ξέρει να αγαπά, ούτε να ερωτεύεται, παρά να φυλακίζει. Σαν τις μοδίστρες, κόβετε και ράβετε το συνολάκι της αγάπης στα μέτρα σας. Με νταντέλες, οργαντίνες και βολανάκι στο γιακά, σαν τις μαθήτριες. Στο τέλος, περνάτε και τη βέρα στο λαιμό σας, έτσι γιατί οι θηλιές πνίγουν καλύτερα. Πού πήγε, μωρέ, η άπόσταση; Κι εκείνο το όμορφο ''αδημονώ'', έμαθες ποτέ σου τί σημαίνει; Κρατιέμαι εκεί που πρέπει σε απόσταση αναπνοής και δεν βιάζω το χρόνο, τον τόπο,ούτε τα σωθικά σου. Κάνω έρωτα όταν το κορμί λυγάει απο πόνο, γράφω γράμματα και λέξεις, όταν τα λόγια στέκονται φτωχά ακόμα και το ''σ'ἀγαπώ'' να ψελλίσουν. Δεν θυμάμαι επετείους, δεν ψωνίζω τις ημέρες αγάπης...γιατί εκείνη την ημέρα που όλοι ριγάνε στα ''καλά τους'', εσύ γιορτάζεις τη μοναξιά...του εαυτού σου. Και τον έρωτα...τον θυμάσαι κάθε γιομα που ό ήλιος ροβολά τις κρήμνες. Κι όταν το βλέμα της-το βλέμα του δεν είναι πια το ίδιο, δεν μιλάς . Φεύγεις. Με ένα φευγιό που μονάχα τα πουλιά γνωρίζουν σαν τραβάνε κατα το Νότο. Αλλά ποια είμαι εγώ που θα μιλήσει για Έρωτα, σωστά ;;



Μαζεύω τα μπογαλάκια μου κι αλλάζω γειτονιά. Μένετε βαρετοί όπως οι πόλεις τις ώρες αιχμής, όπως όταν ξεφυλλίζετε τον Έρωτα στα εγχειρίδια.






υ.γ Επιλέγω τη μοναξιά , πάει να πει πως ξέρω τί θέλω. Ακόμη κι αν εκείνη η πεθυμιά δεν σκορπίζει την ανάσα της σε τούτον τον κόσμο. Ακόμη κι αν εκείνη η πεθυμιά θα' θελα να ήσουν Eσύ. Αλλά δεν είσαι..Aκούς; Δεν μπορείς να είσαι.
read more “AND THE STORY GOES ON AND ON...”

S.O.S

Δεν έχω λέξεις. Μού πήρες κι αυτές. Δώσε μου τη Zωή μου. Έστω ότι απόμεινε απο αυτή.


S

O

S

Δ.Ε.Λ σημαίνει Σιωπή θανάτου κι όλα όσα φοβάμαι.


Ναι, Φοβάμαι...
read more “S.O.S”

Saturday, November 22, 2008

« Εγώ είμαι ένας αδέσποτος παλιάτσος.


Μόνο οι παλιάτσοι δικαιούνται να μιλούν για μοναξιά. Περιφέρομαι άσκοπα, στις γυμνές πλατείες. Έχω δυο κόκκινα ρόδα στα μάγουλα και η ψυχή μου κυκλοφορεί με το ημίψηλο του Ι.


Βγάζω τη γλώσσα μου και κάνω γκριμάτσες.


Χειρονομώ. Ασχημονώ. Χορεύω.


Ζαρώνω πίσω απο τα παγκάκια και γελάω.


Γελάω πολύ. Κυρίως για πράγματα που θα 'πρεπε να κλαίω.


Αν κάποια μέρα με περιμαζέψει η κλούβα, θα'ναι γιατί σε ώρες κοινής ησυχίας εγώ γελούσα δυνατά.»





Αλκ. Παπ. ( ''Το ταξίδι που λέγαμε...'')
read more “ ”

Thursday, November 13, 2008

Λείπεις. Μου λείπεις. Όπως στη ζέση του καλοκαιριού το χάδι του φλοίσβου.
Κι εδώ είναι δύσκολα μα ακόμα τα χειρότερα αναμένουν , ποιός ξέρει, να μερέψει η δύναμη.
Τελικά, ποιός νίκησε, θα μού πεις;
read more “ ”

Thursday, October 23, 2008

Ο δικός μου άνθρωπος δεν προσμένει καρτερικά την αλήθεια που γκρεμίζει το ψέμα. Το γκρεμίζει μονάχoς του, προτού σημάνει η ώρα.

( ...ετούτο για σένα που διαβάζεις)

Και το λίγο από τη μέρα μου, αν ακόμη δεν κίνησες να φύγεις:

υ.γ Στους κοντινούς τοίχους μια φωνἠ σφαγιάζει τη σιωπή, μέρες τώρα. Δεν βγαίνω πια στο παράθυρο ν'αγροικήσω τα χνάρια της. Το γνώριμο των σαλών παλεύει με τη συνήθεια. Η φωνή κάπως έτσι, τα λόγια χλωμά :« Είμαι πολύ ευτυχισμένη, είμαι πολύ ευτυχισμένη..» Απόγνωση μιας εποχής που δεν εννόησα ποτέ μου...και όχι δεν μπήγω τα γέλια τα αποστασιοποιημένα.
read more “ ”

ΙΣΤΟΡΙΑ...

Wednesday, October 22, 2008


Ιστορία...
Από εκείνες που κάποτε νεύουν στη σκέψη σαν αχός μιας θλιμμένης μελώδίας, σαν στιχάκι που φυλλορόησε συνειδήσεις..

''....... Ένα παιδί ξυπνά στον ύπνο και κλαίει απεγνωσμένα δάκρυα. Σχεδόν σπαράζει. Ο πατέρας το πλησιάζει στοργικά, χαιδεύει το κεφάλι του :« Τί είναι, παιδί μου, είδες κακό όνειρο, εφιάλτη; » Το παιδί, πλαντεμμένα τα φυλλοκάρδια του, σηκώνει το κεφάλι. « Όχι» απαντά.
Ο πατέρας ξαναρωτά:« Μήπως όνειρο θλιμμένο, και η καρδιά σου πόνεσε;»
«Όχι», το αγόρι γνέφει στοχαστικά.
« Είδα μονάχα ένα όνειρο που δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ» ''

Καληνύχτα.
read more “ΙΣΤΟΡΙΑ...”

ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΕΣ

Monday, October 20, 2008

Αφραγγιά. Στοπ. Δανεικά από παντού. Στοπ. Κι όλα τώρα, διάολε να σώνονται. Κρατημένες τσέπες από τη'' διεύθυνση'', σαν να μη φτάνουν όλα. Στοπ. Το χρηματιστήριο ροβολάει γκρεμνούς. Χέστηκα. Στοπ.
Έχω όμως καρδιά μωρέ. Που θησαυρίζει τώρα που τη πετροβολούν. Καρδιά και δύναμη. Και δυο ποδάρια, που άμα θέλουν τρέχουν, όχι από φόβο, από θάρρος. Και φτάνουν και για θελήματα. Έχω και φτερά, που άμα λακίσει το φυλλοκάρδι, ή άμα σωθεί η υπομονή, τραβάνε κατά το νότο. Πλησιάζει βαρυχειμωνιά. Στοπ.
Έχω να φάω. Κι αυτό μού φτάνει.

υ.γ Γράψε ένα μυστικό. Πεθύμησα φτώχια σε τούτον τον τόπο, έτσι όπως ξαφνικά ευωδιάζουν αξίες.
read more “ΤΣΑΓΚΑΡΟΔΕΥΤΕΡΕΣ”

APASSIONATA

Friday, October 10, 2008





Λευκή μέρα...


και στο βάθος της Bach, Strauss...τελευταία σονάτα του Βeethoven, άριες πάνω σε βαλς, Appassionata. Πες μου τί άλλο να πεθυμήσω από τη ζωή; Κι ένα χαμόγελο σαν από χρόνια χαμένο, μπλεγμένο στα δάχτυλά μου. Κοιτάζω στο καθρέφτη, βλέπω ένα όμορφο κορίτσι. Ένα όμορφο κορίτσι. Κοιτάζει, όχι τη Ζωή. Γέρνει , κατά το θάνατο και βλέπει τη Ζωή. Όπως τα ζουμπούλια γέρνουν προς τον Ήλιο, όπως οι άνθρωποι στο χώμα. Θέλει να ερωτευτεί Ξανά και ξανά και ξανά...Μέχρι «το ποτέ πια, μέχρι το που πεθαίνουν».

Σευχαριστώ. Για το σήμερα. Θυμίζει παλιές κυριακάτικες προσευχές στο τραπέζι, γύρω από έναν θεό. Τα λόγια φιλάνε τα δικά σου χέρια . Κι ο θεός πλάσμα του νου, απομένει...


read more “APASSIONATA”

Wednesday, October 8, 2008


''Μακριά πολύ μακριά να ταξιδεύουμε

κι ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει. ''


Ν. Καββαδίας
read more “ ”

«ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΥΡΙΑ»

Tuesday, October 7, 2008

Κοιμάμαι με τον «Μαραμπού»μέρες τώρα. Όπως τα παιδιά αγγαλιάζουν πάνινες κούκλες.
Κοιμάμαι με ημερολόγια , και ταξίδια Μαροκινά, με καμαρώτους και ινδικούς ήλιους. Έχω απλώσει τους φλόκους μου στον άνεμο ,σα σεντόνια στη νύχτα, ρουφάω γράμματα σα μαλαίικο καρασί χυμένο στις χούφτες μου.
Μένω, σε κείνο το «γράμμα σε μιαν άγνωστη κυρία». Κι αλήθεια, «Τί με σπρώχνει να σάς γράψω απόψε Κυρία;....». Μπερδεύομαι ανάμεσα σε γκρίζες τολύπες και μια γνώριμη φιγούρα που ακόμα παλεύω να της δώκω γνώρα. Ποιά είσαι; Και πως ξεπήδησες απόψε στα όνειρά μου; Είδα το πρόσωπό σου αμέτρητα φεγγάρια πάνω στη νύχτα, σε κείνα τα γυαλάκια που φυτρώνουν στη δορά της κάθε που ξαποσταίνουν μεσάνυχτα. Γυαλάκια καθρέφτες, τα λέω εγώ. Αν σε σκιάζει το θωρί σου, ποτέ μην τρυγήσεις τ'αμπέλια της νύχτας.
Εκεί σε είδα, να μετράς τσιγάρα στην πρώρα μιας λέξης, δικής μου, κι έπειτα σε έκρυψα κανείς να μη σε βρει στον κόσμο , ώσπου ο εγωισμός μου ανίκητος σε ξέβρασε σε τούτες τις σελίδες. Και να που τώρα ο γερο-Μαραμπού ζωγράφισε τη μορφή σου με το καλέμι της θάλασσας. Εκείνο το « ...εγώ είδα στα μάτια σας ολόκληρους κόσμους..αναχωρήσεις ...εγκαταλείψεις...θανάτους...επιθυμίες» το βάσταξα σαν εικόνα δική μου, που κάποιος την πέταξε ανάμεσα στην αλφάβητο. Ποιητάδες κλέφτες!
-Δεν έχω πατρίδα , έχεις δίκιο...



υ.γ Πονάω τον πόνο σου ,δυο φορές γιατί είσαι συ, ανάμεσα στο θάνατο. Εξαργυρώνω τη σιωπή με δάκρυ, πάει να πει, σε σκέφτομαι.
read more “«ΓΡΑΜΜΑ ΣΕ ΜΙΑΝ ΑΓΝΩΣΤΗ ΚΥΡΙΑ»”

Friday, October 3, 2008


- Πάρτε ένα βιβλίο για το μέλλον , δεσποινίς.




Θέλω να ισιώσω τη ζωή μου, που είναι σαν τσαλακωμένο τραπουλόχαρτο. Με τα δάχτυλά μου. Δεν ποντάρω στα μάτια σας, ούτε στους αποκαρδιωμένους φόβους σας, σε όλα όσα μισώ να βλέπω . Μυρίζει ναφθαλίνη ετούτος ο χειμώνας . Κάποιος πάλι ξεθάβει σκέψεις και δεν κατάλαβα ποτέ γιατί αυτή η μυρωδιά θυμίζει στη μνήμη θάνατο.
Τα πανωφόρια σας, για η ψυχή σας τρέμει το σκόρο; Άνθρωποι...




υ.γ Και τα σκυλιά, ντυθήκανε ''τρόπους''.
read more “ ”

''.....LAST THOUGHT...''

Thursday, October 2, 2008

Ζηλεύω. Τους ανθρώπους που ερωτεύονται παντοτινά, πάει να πει «για πάντα», όπως τα δελφίνια στο νερό , όπως τα περιστέρια στους ανέμους, με κρεμασμένες εκείνες τις αιώνιες σιωπές στο λαιμό τους. Σαν σταυρό . Σαν ψιθυρισμός μες τα καλάμια.
read more “''.....LAST THOUGHT...''”

ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΒΑΓΟΝΙ

Η ώρα βραδιάζει. Σε κάποιο βαγόνι, απλώνω σκιρτημούς πάνω στο τζάμι.
Σεντόνι η σκέψη τυλίγεται στα πόδια μου. Σε κάποιο βαγόνι. Μιλάω στα χνοτισμένα
τζάμια, μα η φωνή μου ραγίζει το σήμερα, μικρά κομμάτια που κουράστηκα να
ξαποστάσω πλάι τους. Δεν θυμάμαι τα μάτια σου. Ούτε την ανάσα σου θυμάμαι κι
εκείνο το γέλιο που έσκιζε τον ουρανό. Δρεπάνι τα γέλια στα πρόσωπα
σαν ξάλαφρώσουν τα σπλάχνα. Κι η ζωή μου να κρέμεται απο τα παράθυρα,
σαν μικρό παιδί.
Θυμιατίζω τις σκέψεις μου με σκέψεις, αφήνω σταθμούς στη ζωή να περνάνε σαν
αγριοπερίστερα. Πάνω απο τους ίδιους σταθμούς τα βήματα κι αχνάρια που δεν
θέλησα να φυλάξω στο θηκάρι της λήθης.
Καμώνομαι, πως δεν βαστάνε τερματικοί σταθμοί στο διαβατάρι οι
άνθρωποι.
Έ, κοπελιά ως πότε θα λαχτίζεις την αύριο; Κι εκείνο το ταξίδι, πότε
θα κάμει αρχιμό δίχως ανάπλωρους ανέμους;

υ.γ Αλήθεια, η μοναξιά αποκοιμιέται στις στέπες των ονείρων μου. Δίχως
κορωμένους φόβους σιμά της.

read more “ΣΕ ΚΑΠΟΙΟ ΒΑΓΟΝΙ”

ΚΙ ΟΛΟ ΕΣΕΝΑ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ...

Saturday, September 20, 2008




Τί θα κάνεις, λοιπόν ;
Το κομμένο ντεπόν
κυνηγάω στο σεντόνι
και προτού να το πιω, σαν δεσμός με σκορπιό
λογαριάζονται οι πόνοι
...
read more “ΚΙ ΟΛΟ ΕΣΕΝΑ ΘΕΛΩ ΜΟΝΟ...”

Tuesday, September 16, 2008

'' Πού είσαι;
Κάτι πικραίνει πιο πολύ κι απ' τ'ονομά τους
τις πικροδάφνες
Πού είσαι;
Αλλά εδώ δεν ήρθαμε ποτέ.
Ο λόφος δεν σε ξέρει.
Λοιπόν σώζομαι από συσχετίσεις.
Κι έτσι μπορώ να σταθώ
στο ύψος μιας ρεμβαστικής ουδετερότητας
για ν'απολαύσω ανενόχλητα
αυτό το κάθαρμα τη δύση .''

Κική Δημουλά

Δεν είχα τίποτε να σού δώσω. Άφησα τη ζωή μου να πιστεύει στη γύμνια. Δεν είχα τίποτε να σού δώσω, μονάχα τις μωβ βιολέτες, δυο βρεγμένα τσιγάρα απο τα χείλη μου και μια βροχή που θέριζε το χώμα. Τί με κοιτάς; Ξέχασα να κεντήσω δυο γαρίφαλλα στο μαξιλάρι της ζωής, ένα για σένα, ένα για μένα. Δεν άφησα να θυμάμαι, λοιπόν.
Αλήθεια, δεν είχα τίποτε να σού δώσω. Σε έχω φιλήσει αμέτρητα φεγγάρια πάνω στη νύχτα, έχω κοιμηθεί το σώμα σου σε όλες τις κλίνες, έχω ιδρώσει τα σεντόνια της ψυχής σου με τα δάχτυλά μου. Ξέρω κάθε σπιθαμή του κορμιού σου. Ξέρω κάθε τριγμό της ανάσας σου, την αλφάβητο πάνω στα βογκητά σου. Δεν είχα τίποτε να σού δώσω. Μονάχα τις μωβ βιολέτες , κι ένα σπάγγο σα φιδάκι να πνίγει την πεθυμιά τους. Στιγμές προσμονής βρέχουν τη θύμηση, ατελείωτες σαν χειμωνιάτικες νύχτες , στέκουν στη σκέψη φανοστάτες. Κι έπειτα; Πόσα βαστάει μία σκέψη μες τα πηγάδια της μνήμης; Δίχως λόγια, χάδια αργαδυνά, πού να χωρέσει τόση σιωπή , μού λες; Την άντεξα, την τύλιξα σε ήχους, τής έδωσα όνομα, την έκανα φιγούρα, κι έπειτα την έντυσα , Εσύ. Την έκαμα μια λέξη ''απουσία'' , έδωσα και μυρωδιά -τα μαλλιά σου, φιλί -τα χείλη σου. Έχω δει τη σκιά σου πάνω στον τοίχο, δίπλα στο κρεβάτι , τα χέρια σου σαν παλεύουν πάνω μου θυμωμένα να κεντήσουν σημάδια. Κι όμως δεν είχα τίποτε άλλο να σού δώσω. Δεν άφησες να έχω.
Δεν κρεμάστηκε ποτέ απ'το λαιμό σου το '' έλα κοντά μου...'' . Λένε, πως κάποιες λέξεις μένουν αδέσποτα σκυλιά που αλυχτάνε κάτι νύχτες με φεγγάρι, σαν και τούτη.


read more “ ”

SOMEWHERE OVER THE RAINBOW

Sunday, September 14, 2008




somewhere over the rainbow way up high
there's a land that i heard of once in a lullaby
somewhere over the rainbow skies are blue
and the dreams that you dare to dream really do come true

one day i'll wish upon a star
and wake up where the clouds are far behind me
where troubles melt like lemon drops
away above the chimney tops
that's where you'll find me

somewhere over the rainbow bluebirds fly
birds fly over the rainbow
why oh why can't i ?

where troubles melt like lemon drops
away above the chimney tops
that's where you'll find me

somewhere over the rainbow bluebirds fly
birds fly over the rainbow
why then oh why can't i
?

Israel Kamakawiwo Ole

read more “SOMEWHERE OVER THE RAINBOW”

Saturday, September 13, 2008

Η κοπέλα με το φεγγάρι στους ώμους , μ'εκείνα τα μάτια που γυμνώνουν τη νύχτα από ντροπή. Λίγο απο κόκκινο ή όπως συνηθίζουν οι άνθρώποι να σφαλίζουν τη φωτιά μέσα στις λέξες , δεν σού έγνεφε κανείς πάνω στο δρόμο. Με κοίταζες θαρρώ. Έμενα, τη νύχτα, ποιός νοιάζεται;
Ο Νάτζιμ λέει πως είμαι πιο όμορφη. Κι όμως ήταν εκείνο το φεγγάρι στους ώμους που με τύλιξε πάνω σου.
Τί λες, πάμε σπίτι;
read more “ ”

FADE AWAY

Thursday, September 11, 2008

''These tears I've cried. I've cried a thousand oceans. And if it seems I'm floating in the darkness Well, I can't believe that I would keep, Keep you from flying And I would cry a thousand more If that's what it takes to sail you home, Sail you home. Sail you home...''


Κείνες οι στιγμές ρίχνουν άγκυρες στα λιμάνια του χρόνου, εκείνες που μένουν να ξεγλιστρούν πλάι μου. Σιμά μου. Πού να'σαι; Είναι οι ώρες τ'απομεσήμερου. Το δειλινό μερεύει , λένε,τους πόθους, βασιλεύουν στις ατλαζένιες θάλασσες κι εγώ...εγώ τους θέλω να βουλιάζουν στα λιόδιχτυα . Δεν υπάρχει φυγή, σκεφτόμουν χθες. Φυγή απο το σήμερα, όλα του μυαλού καμώματα, ούτε την αύριο μη σκέφτομαι. Κουράστηκα κι έχω κομμάτια σκορπισμένα, σκαλισμένα σε πυξίδες που ξέχασα να κρατήσω στις χούφτες μου. Στον ύπνο μου σκουριασμένες πυξίδες.
Θέλω χρόνο να μη σκέφτομαι, μα δεν υπάρχει. Λικνίζεται η ψυχή στα ικριώματα κι άλλες πάλι γκρεμνίζεται απο βράχους. Μήτε που στέκεται κάποιος πλάι μου, έστω να ξεκαρδίζεται στα γέλια. Αρκούν οι σκιές καμμιά φορά στο πλάι μας. Εσύ; Νέα σου δεν ξέφυγαν απ'τη σιωπή, πεισματάρα κυρά. Να μένει. Τα νέα είναι για τους στεργιανούς κι εγώ λογίζω τη ματιά μου πως αλάργεψε. Αλήθεια, ποιός φεύγει τελικά ; Κείνος που χάνει τον ήλιο απο τα μάτια του, απαντάς. Τότε, δεν έφυγες. Τότε δεν έφυγα. Φτάνει να γύρω στον ήλιο.
Ποιός υπομένει τη ζωή; Όχι, εγώ, απαντώ. Δεν στέγνωσα την αγάπη με την υπομονή .



Υ.γ Θέλω να έρθεις να μου φανερώσεις μια αλήθεια. Ποιά είμαι;


read more “FADE AWAY”

16:16

Sunday, August 31, 2008

''He that believeth and is baptized shall be saved
but he that believeth not shall be damned.''

Mark 16:16
read more “16:16”

Friday, August 22, 2008


''Ένας ύπνος ολομέθυστος στην αμμουδιά, αυτό αξίζει, και τ' άλλα κουραφέξαλα.''



Arthur Rimbaud




''Η ύστατη αγνεία κι η ύστατη δειλία. Ειπώθηκε. Να μη φανερώσω τις αδυναμίες μου και τις αηδίες μου στον κόσμο. Εμπρός. Η πορεία, το φορτίο, η έρημος, οργή και πλήξη.


Σε ποιόν να πουληθώ;''



Arthur Rimbaud

read more “ ”

ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΕΓΓΑΡΙΑ

Monday, August 18, 2008


Είναι κάτι ιστορίες, φεγγάρια. Θαρρείς πως ξεκόρμισαν από τἀδράχτι τ'ουρανού και κυλίστηκαν χάμω στ'ακρογυάλια. Να ξελογιάσουν καμώματα, να τυλίξουν τη νύχτα, να κουρνιάσουν στα τυλιγάδια της μνήμης.
Είναι κάτι ιστορίες που μιλιά δεν στάζουν τα χείλη τους, μήτε χαμόγελο. Απο κείνες που κάποιος θεός έσυρε τον καημό τους στο διάβα σου κι εσύ ανήμπορος στάθηκες ν'ανασαίνεις το θωρί τους.
Ναι, είμαι απο κείνα τ'ανθρωπινά τα πλάσματα που κοίταξαν ξοπίσω τους. Κείνη τη φωνή την άκουσα - η μέρα τριγύρω έπαιρνε να θερίζει άστρα-. Ναι, την άκουσα σαν είπε ποτέ να μην ξαστρέψεις το βλέμμα , μαρμάρινη, έλεγε η μορφή σου θα γενεί. Κι εγώ αυτή που είμαι, εκείνη που δεν θα γίνω ποτέ, υπήρξα άνθρωπος, όχι θεός μήτε διαβάτης. Άνθρωπος, από κείνους που η ιστορία θα γκρεμίσει στην άβυσσο της σιωπής, θα χλευάσει στα ικριώματα της ελπίδας κι έπειτα - έπειτα -κάποια μέρα το πηγάδι του θανάτου τα κοκκαλά του σε κάποιο μουσείο θα ξεβράσει κι απο κάτω ανθρώπινα χέρια ,η μαρμάρυνη επιγραφή '' homo anonymus'' homo stupidus' - ποιά χέρια ;- Μαρμάρινη, η λέξη διαλεγμένη, ανάμεσα πετρώματα. Σαν τα μάτια μου και το θωρί μου, σαν εκείνα τα τραγούδια ιστορίες, δίχως μιλιά.
Και τώρα θαρρώ πως είν αργά. Ὀχι πως εκείνο το '' υπήρξα περίεργη και μελετηρή.. όχι, δεν είμαι λυπημένη'' στάθηκε λίγο μές της ζωής τα πλίθινα αετώματα. Βουνίσιος αέρας κι ανεμοφόρι στις κρύες πατωσιές του χειμώνα. Μονάχα , να , έχω να πώ, πως έλειψε εκείνη η φοβησιά των ανθρώπων απο πάνω μου. Γύρεψα να φοβηθώ το παρελθόν και τα τραγούδια, ν'απαρνηθώ όλα μου τα '' γιατί'' . Μάτωσα τα γόνατά μου κι έσκαψα στο κορμί μου αναχώματα. Δεν τα χρησιμοποίησα ποτέ μου.
Τώρα στέκω εδώ μπροστά στα κύμματα , σ'έναν ήλιο στεγνό. '' όχι, δεν είμαι λυπημένη''. Υπήρξα άνθρωπος, απο κείνους που η ιστορία θα στοιβάξει στα κρεματόρια μιας λαμπρής δικαιοσύνης κι έπειτα θα στήσει τροπαιαφόρες κεφαλές να πληγιάζουν το κορμί του. Τα λεξικά το λεν κουφάρι. Οι λέξεις τελικά, ξαστερώνουν τη ζωή;
read more “ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΙ ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΦΕΓΓΑΡΙΑ”

ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Monday, August 11, 2008


Κλείνω το Σεφεριάδη μου στην αγγαλιά, το πράσινο παρεό με τις χρυσές κλωστές που θυμίζουν αχτίδες, ...εσένα. Σε βότσαλα και ξεχασμένες αρμυρήθρες να σας ακουμπήσω. Μη ξεχάσω το ''στριφτό'' μου, το τετράδιο με τα φύλλα τα κενά, τις σγουραφιές και τα μολύβια μου. Φέτος όχι λόγια. Φέτος, μόνο εικόνες και μπογιές στα χέρια μου.

Είπα να σκαλίσω τη μορφή σου στο χαρτί. Τί λες θα τα καταφέρω;


υ.γ Πρώτες διακοπές με Μένα. Μπορώ κι άλλο,- ακούς ;- κι άλλο, θα'ναι που φυσάει αγέρας κρητικός μες τα φυλλοκάρδια μου, κι ένας αποσπερίτης να θαμπώνει τις σκιές.

Τώρα που γνωρίζω καλύτερα απ'το χθες το είδωλό μου. Τα δάκρυά μου βότσαλα και τα πατώ.


- Φεύγω . Εσύ;
read more “ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ”

SIREN

Saturday, August 9, 2008


''Mirror mirror where's the crystal palace

But I only can see myself

Skating around the truth who I am...''
read more “SIREN”

5/8/200;

Monday, August 4, 2008


Kαι τώρα τί κατάλαβες;

Να μούκλέβεις όσα βάνει του μυαλού το κοντύλι χαραγμένα στα μάτια μου. Να μην αφήνεις πεθυμιά να ριζώσει στον τόπο της. Τί ζήτησα μωρέ;; Μια θάλασσα και τούτη τη γαλήνη που λησμόνησε το ριζικό '' ενός ανθρώπου που ξαστόχησε''. Την αλμύρα να παιδεύει τα χείλη μου κι έναν άνεμο με σταρένιο χρώμα στη δορά του. Τί μου΄δωκες στις απαλάμες μου, ερημοσπίτη; Λίγο απο τον κουρνιαχτό της πόλης, μισόκλειστα πορτόφυλλα, την αδημονιά του χειμώνα. Τούτο είναι το σημείο που ψιθυρίζει ο σκοπός της ζωής '' πάλι από την αρχή'', να φτιάχνω χάρτινα καράβια μες τις χούφτες μου, στις πλάτες τους να κουβαλούν ονείρατα και πεθυμιές κι ένα σκαρί χαραγμένο πάνω στην αύριο που χόρτασε να περιμένει.
Περνούν οι μέρες σαν σκιές πάνω σε τοίχους. Κι εγώ πλέκω φαντάσματα , τυλίγω σπίτια κι ανθρώπους, σκυλιά που αλυχτάνε στα ξέφωτα, φίδια και μαρμαρυγές άστρων. Ωραίο το παιχνίδι, αρχοντά μου. Μα τώρα πια πήραν μορφή και τούτα κάτι βραδιές καμώνονται τα σώματα κι απλώνουν την ανάσα τους στο διάβα μου. Δεν τους μιλώ. Καμώνομαι του λόγου μου πως κείνα δεν υπάρχουν.
Πώς να μερέψεις τη ψυχή σου. Μού λες;;
read more “5/8/200;”

ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ

Friday, August 1, 2008

Λοιπόν, για πες μου, σε χειροκρότησαν; Εκεί που πήγες λέω, σε
χειροκρότησαν; Δεν μπορει, σαν άκουσαν εκείνη τη φράση σου '' η μελανείμων κόρη
του αιώνα μας'' ..ώ, τι μεγαλειώδης λέξη, κι εκείνη η ανάσα σου, τα χέρια
σου σαν ψαύανε τις γραμμές. Μα, θα πρέπει να ήσουν υπέροχος καλέ μου. Τελικά, η
ποιηση είναι το χειροκρότημα. Είναι οι ξεχασμένες ομπρέλες πάνω στα καθίσματα
κάποιας χνοτισμένης αίθουσας, τα τυροπιτάκια παγωμένα, whisky με πάγο . Τα
χαμόγελα, μα ναι, ξέχασα τα χαμόγελα και η αδημονία που κρέμεται στα στόματα σαν
χασμουρητό. Αδημονία. Όχι, δεν είπα υπνηλία. Με συγχωρείτε. Πώς θα μπορούσα!!

Το τραπεζάκι, πάνω τα βιβλία- ανάγλυφα εξώφυλλα- ce magnific -
'' εδώ παρακαλώ'', κι εκείνη η μελωδία στο πιάνο χόρευε δίπλα στις λέξεις σου,
καλέ μου, δεν θυμάμαι πως είπε πως λεγόταν κι ένας αριθμός, ω ζαλίστηκα. Ο
πρόεδρος... , η σύζυγος..., ο Πρέσβης..., βουλευτής προς το παρόν Β
Αθη.... Αύριο όλες οι εφημερίδες. Χαμογελάστε... με κείνο το δρεπάνι που κάποτε
κρεμάσατε στα χέιλη σας. Ναι, μη μασάτε ταυτόχρονα. Δεν είναι
πρέπον.

Μη ξεχάσουμε... τις λεζάντες που θα γίνουν σκιά σου '' ποιητής-
συγγραφέας
- νομίζω αν θυμάμαι καλά πως είναι το ίδιο - .....'' και τη
φωτογραφία να διαβάζεις Ελύτη - Μπρετόν- Ελυάρ ( την Κική ξέχασα..) στο γραφείο
σου απο αφρικάνικο ξύλο.


''Αγάπη... ναι στο τάφο σου θα σκαλίσω με χρυσοποίκιλτη κλωστή
τη λέξη '' ποιητής''. Μην κλάψεις σαν τα εγγόνια σου ξεχάσουν το καντηλάκι σου
σβηστό και φάνε το αφρικάνικο ξύλο. Άλλες εποχές. Κι εσύ δεν μπόραγες ούτε
στις δικές σου να στεριώσεις ρίζες. Αλήθεια, ''εκσπερμάτωσες'' ποτέ
;

read more “ΙΔΙΟΤΙΣ: ΠΟΙΗΤΗΣ”
 
Google Analytics Alternative