Σε όσους πολέμους
κι αν με πάς θα σε νικήσω...
Σε εκείνους πού θέλησαν
μόνο ένα
τη στιγμή πού έπεφταν... Γ.Χ
Καταφεύγοντας στην αλήθεια, πως ''η γραφή υπάρχει ως επανάσταση''.


Πού τώρα πιά μπορώ να ανασάνω πάνω στα σκαλοπάτια
της σκέψης μου: εκείνο το βράδυ σαν ακούμπησαν τα δάχτυλά μας σε μια
βρεγμένη πανσέληνο,
ξέχασα να σε ρωτήσω για την αύριο. Τόσο η πλήθινη
νύχτα
τόσο εγώ κι εκείνο τ'ακρογυάλι πήραμε ν'
αποξεχνιόμαστε στο προσκεφάλι σου. Κι όλες ετούτες οι ανασφάλειες π' άναπαημό
δεν βρήκαν τόσες μέρες,
έβγαλαν ρίζες μες της ψυχής το περιβόλι . Ναι, μωρέ, είπα να
γίνω κι εγώ σαν τους άλλους, κουράστηκα μονάχη να τσαλαβουτώ στα ηλιοβασιλέματα,
μα τώρα που΄ξέφτισαν τα πείσματα απο τα φουστάνια μου κι εκείνος ο ''αποστάτης της
μοναξιάς'' βαρέθηκε το κουφάρι μου να συντροφιάζει, είπες να λιγοστέψεις τη μορφή
σου. Καλά μού'κανες, αρχοντά μου. Καλά μού κάνουν και της ζωής τα παραμύθια σαν
με περιγελούν . Τί νόμιζες πώς θα δακρύσω;
Μονάχα πού πείσμωσα με το χαμόγελό σου, πείσμωσα και με μένα
πού μ'έβγαλες απ'τη ρότα μου κι έμενα ν'αναρρωτιέμαι πόσο μολαίνει ο έρωτας τον
άνθρωπο και τη μιλιά του, πόσο ακάνθινο είν το στεφάνι πού φορεί στα στάχυα του
κι εγώ... Εγώ τίποτα. Απο κείνα πού έμαθα να παλεύω άλλο τρόπο δεν έχω παρά να
κοιμάμαι στο πλάι τους. Εσύ να δώ πως θα ξεφύγεις. Στη θάλασσα...
Εγώ δεν έχω θάλασσες να νανουρίζουν τη σκέψη
μου.
Λέω να τού δίνω, αρκετά με τα παραμύθια και τα χαμόγελά τους,
φαίνεται πώς κι εκείνα διαλέγουν τους ήρωες με περισυλλογή. Πώς το'λεγε
η Κατερίνα Γώγου εκείνο το ''απόστιχο''... '' Πού λες, γυρίζω
ξυπόλητη σ'έναν κόσμο πού θέλω ν'αλλάξω, αφήνοντας ματωμένα χνάρια στο πέρασμά
μου.''
Μαλακίες... μονάχα το μυαλό μου ματώνει κι η ψυχή, άστην αυτή
... ζαρώνει πίσω απο των φόβων τις οπές. Να γελάσω μπορώ...
Να δακρύσω ξέχασα, πώς θα ξορκίσω τον έρωτα; Με κοντυλιές πάνω
στους τοίχους...(;)Σώθηκε το μελάνι
μα εγώ κουράστηκα.
* Οδ. Ελύτης- Προσανατολισμοί


υ.γ Σ' ενα σταυρωμένο ''
αύριο''
λικνίζεται πένθιμα η πίστη πάνω σε
λήκυθο.
Κι αιμορραγούν τα σωθικά των λόγων
της:
''Αποθανείν
θέλω.''

Στέκομαι πάνω σε μια νύχτα βουβή και μετράω
κλωστές τα χρόνια.
Πές μου, πώς μετρούν οι άνθρωποι τις μέρες, ή
μήπως λογαριάζουν και τη σιωπή πλάι σ'αυτές; Γι'αυτό τάχα κεντούν αιώνες οι
γενιές τους ;
Λόγιασα ό,τι απέμεινε, ό,τι δεν έστρεψε το βλέμμα
του να με θωρήσει,
ό, τι δεν τραγούδησα κι εκείνο το παράπονο που
δεν λιγόστεψε στα χείλη μου,
όσα σιωπηλά κρατήθηκαν
απεγνωσμένα και τούτα πού δεν ξεκόρμισαν λυγμό .
Πές μου, πώς χαράζεται το άπειρο
στ'αλφαβητάρια του κόσμου;
Πές μου για να σού γράψω τους χρόνους μιάς
κραυγής,
ειδάλλως
δεν θα ξανανταμώσουν τα παραθύρια μας σε άλλες
νύχτες.
Μα δεν υπάρχει γραφή, μού λες, κι απόμεινα να
σκαλίζω τη νύχτα
μια νύχτα σαν και τούτη
θαρρώντας με το μελάνι της πώς θα στάξουν ζωγραφιές.
Ζγουραφιές, της λέω εγώ, αναμαλλιασμένες , σγουρομαλλούσες σαν τ'αποπαίδια του
Έρωτα
πού θα κυλήσουν απο τα ξάρτια τ'ουρανού δω χάμου
στ'απόπατα της γής καμωμένα
πώς
με ξέρουν.
Μετρώ κείνα τα βότσαλα, τις νύχτες
μου
πλάι σε λαδωμένα
καντηλάκια
σε παναγίτσες κι εκείνο τον θεόρατο Άι- Γιώργη,
πού δεν μαντάλωσε ποτέ της στ' άβαθα η μνήμη
μου.
Κι είναι πολλά, κυρά μου.
Πολλά σαν τα ηλιοβασιλέματα και γιομάτα
σαν το πυκνωμένο χορτάρι τις μέρες του Μαρτιού.
Έπειτα, σφυροκόπησα και τις σιωπές μου,
μά τούτες θαρρείς πλαντάξανε με τη βαριά
περπατωσιά τους το ψυχομάτωμα μου
κι είπα πώς άδικο μεγάλο να τις
στοιβάξω στα ερμάρια.Τούτες δεν
μετράνε.Ύστερα φτεροκόπησαν τα ''δεν'' ,
πλάγιασαν τα ερμοπούλια των καημών
κι έστησαν χορό πάνωθέ μου, σα να μην γνώριζα ποτέ
τον πηγαιμό τους .
Κι είδα να στάζουν καταγής ρανίδες οι
φοβέρες
αποσιωπητικά, βαλμένα
ακατάστατα
σκιαγμένα το χαμό τους. Πού να τα
χωρέσω;
Πώς να ξορκίσω τη πεθυμιά κι εκείνη την αγρύπνια
τους πάνω στη νύχτα;
Πές μου, πώς χαράσσεται το άπειρο, κυρά
μου...
'Η πάλι πώς ζυγιάζουν τ'ανθρωπινά τα χρόνια οι
ξυλοκόποι
σάμπως να βάλθηκα να
πελεκήσω
όσα δεν θέλησα να κάμω
κι όσα απόμειναν στερνά,
ταπεινωμένα...
Αλήθεια, έμαθες ποτέ πώς είναι να ''μην''
ξέρεις;
Πώς είναι να ''μην''
έχεις;Tην επωδή του ''λίγο ακόμη'',
κι ας ήταν ψέμα.

Όσο δε ζείς να μ'αγαπάς.
Ναί, ναί μού φτάνει το
αδύνατον.Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ' αυτό.
όσο δε ζείς να μ'αγαπάς.
Διότι νέα σου δεν έχω.
Και αλίμονο αν δε
δώσεισημεία ζωής το
παράλογο.
Κική Δημουλά


Απόψε θα σού πώ μιαν ιστορία. Για ένα παλληκάρι που ροβολούσε
τους κρημνούς τις δρακοντιές τ'αστέρια.Απόψε θα σού πώ μια ιστορία για
ένα παλληκάρι κι
ένα βουνό.Κείνες πού σέρνουν το χορό στους γάμους και
τα ξόδια, κείνες
πού σπέρνουν ασφόδελους σ'ανήλιαγα αλώνια.Τούτη τη μέρα
του χαμού θα την
αναθυμήσω με λόγια και με δρέπανα, με ίσκιους και κοντύλια σάμπως
να γνέφει ο θάνατος της θύμησης το αίμα του να βάψουνε τ'αχείλια.Πέρα στης
Μάνης τα βουνά
στους πύργους τα λιοπύρια, η πέτρα ανάστησε ένα γιο με της ξωθιάς
τα στήθια.Κίναγε ο τόπος να ζευτεί τα στάχυα του Αλωνάρη κίναγε η πλάση
ολάκερη το
γδικιωμό να πάρει.Τί ταν το σώμα ασώματο βροντή για τους ανθρώπους
κείνους πού σέρνουνε φωνή σ'επιθανάτιους ρόγχους, τί ταν οι λόγοι του οργιές
μακρυά στους οριζώνες, κείνους που σπέρνουν οι σαλοί κατά των ανθρώπων τους
κανόνες.Και κάθώς φεύγουν οι καιροί στης γης το ηλιοστάσι, γίνηκε ο νιός
πολεμιστής και πόρθεψε τη γνώρα, έκαμε ρίζες και βλαστούς αντρειέψαν οι
καημοί
του,έκαμε στάχτη τις φωτιές τους φόβους τις άντάρες, έβαλε
αιθέρες
ανάπλωρους στης νιότης του τη πρώρακαθώς καρτέρηγε η ζωή τού θάνατου
την ώρα...Πέσαν απάνω του ριπές οι όργητες του κόσμου, θέριεψαν λιμνοθάλασσες,
αντάρειεψαν πελάγη, μα κείνος έστεκε θαρρείς λύχνος μες το σκοτάδιμε ξέσκεπα
τα
στήθη του αγνάντια στις φοβέρες, αγνάντια και στου τελεσμού τη μοίρατου
ανθρώπου,
τη μοίρα τη βαριέσπαιρη πού όρισε η φύση να στέκει στων θνητών ζωή,
ήλιος που
θε να δύσει.Μια μάνα πού παρέστεκε κρυφά στο παραθύρι, μια κόρη
πού τον
στέναξε 56 χρόνους,
έστεργε τα μελτέμια του το λίκνο της ψυχήςτου,
καρτέρηγε
τους λόγους του τσ'αλήθειας του τους κλώνους.Ήταν της μοίρας
θέλημα και των Θεών
κατάρα, να ζώσουνε τα σπλάχνα της τούτο το παλληκάρι, να
γέψει αίμα η ψυχή κρυφά
να αιματώσει, να στάξουν στάλες καταγής στα χώματα
της Σπάρτης.Και κάθως
πέρναγαν καιροί, αλάργεψε η νιότη, σαν διαβατάρικο
πουλί πού γυρισμό δεν έχει,
μα κείνος επεισμάτωσε σαν το θεριό υψώθη τα' βαλε
με τον χάροντα, της νύχτας
τις φοβέρεςκι έλεε κάθως χάραζε, την αλήθεια πώς
κατέχει...Ζυγώσανε τα μάτια
του τον άρρενα βουνό σαν ήρθε η ώρα η ζευτή πού
χρόνια καρτερούσε,δρασκέλισε τον
κάματο, τα φόβο, τον εχθρό μα στης νυχτιάς
τον ουρανό ένα άστρο αναρριγούσε.
Γύρευε τον αφέντη του, να ζέψει την ψυχή
του, να τον τυλίξει στου γαλανού τσ'
αμάλαγους τους κόρφους, να τον εκάμη
αθάνατο πλάι στους αθανάτουςκείθε πού
κρύβουν οι Θεοί τού άνθρwπου τους
πόθους,στων άστρων την γλυκιάν αυγή...Κι έτσι σαν να'τανε γραφτό της μοίρας
το υφάδι, μές τις αγγάλες τού βουνού
κλείσαν το παλληκάρι
κι εσείστη ο
Άδης κάτωθε,της μάνας το μαγνάδι μύρισε
δάκρυ και καημό...Μέσα στις χώρες
των θνητών κρυφά μολογησέ το αν δούν τα
μάτια σου άλλονε σαν και το παλληκάρι,
να αψηφάει τον γερο-Χάροντα και τις βουλές
τις θείες, να στάζει φώς το αίμα
του κατά πώς το φεγγάρι
και τότε θά'ρθω να
σού πώ πώς δεν ήταν μονάχος
πάνω στου κόσμου τις στεριέςκαι πώς εστάθη κάλεσμα
του κόσμου, η ζωή του.
Ήθελα να σού γράψω σήμερα... ήθελα να γράψω για κείνους τους ανθρώπους πού θέλουν αγκιστρωμένη πάνω στο καλοκαιρινό μπλουζάκι τους την προσοχή των άλλων. Εθισμένοι, αδερφέ μου, με την μυρωδιά τους... τί κακό και τούτο!! Κάποιες φορές αναρρωτιέμαι πόσες στοιβάδες εγωισμού κρύβονται μέσα μας, πόσο μικρούς αισθάνομαι τους ανθρώπους τότε! Σαν να τους αγναντεύω μ'ένα τεράστιο γυάλινο περισκόπιο κι εκείνοι αντί να μεγαλώνουν μικραίνουν μέσα στα μάτια μου, ώσπου να γίνουν τόσο δα σκαθαράκια, φοβισμένα μες το φαγοπότι της απελπισιάς. Εγωισμός κι υπεροψία, μυρίζει τούτος ο κόσμος!
Ναι, ρε φίλε, μή μ'ακούς και πάλι, για μία ακόμη φορά στρέψε αλλού το βλέμμα, αλλά να ξέρεις πώς είναι το τελευταίο δάκρυ πού χύνω πάνω στα μαγουλά σου, η τελευταία στιγμή πού θα σού φωνάξω να τρέξεις μακρυά απ'τους κεραυνούς. - Εγώ, αν θες ν'ακούσεις την πεθυμιά μου, τους Λατρεύω, εσύ μονάχα σφαδάζεις στο θωρί τους -. Σας βαρέθηκα, κουρελάκια, μυγοφάγοι, αετονύχηθες, εγωιστές, σακατεμένοι... βαρέθηκα την ψυχή σας, το φοβισμένο βλέμμα σας, εκείνο που τυλίγει τη σκιαγμένη σας ψυχή κάθε που αντικρυζετε έναν άνθρωπο. Ανοίξτε, ρε την ψυχή σας... για μια φορά βαδίστε με δεμένα μάτια μέσα στο δάσος κι ας είναι να ματώσει το κορμί σας πάνω στα ξεροκλάδια. Θεωρίες και υποσχέσεις... κι έπειτα, η έκτη επίσκεψη στον κύριο...(πώς τον είπες;)- για δές, αγάπη μου, δεν μού σηκώνεται πιά ούτε τις αργίες και τις καθημερινές τραβάω μαλακία με την κοπέλα του τρίτου ορόφου κάθε φορά πού χτυπάνε τα γοβάκια της πάνω στα πλακάκια.
Αυτή είναι ζωή...Σας τη χαρίζω υπερφίαλο πλήθος κι έπειτα τη δένω με κορδελάκια μήπως σας τη στείλω με δυό φάσκελα για δώρο! Ώ, με συγχωρείτε, απώλεσα τους τρόπους μου... ενώ εσύ έχεις χάσει την πυγμή σου.
Έλεγα, λοιπόν, πώς είναι η τελευταία φορά πού σημαδεύω με το όπλο μου τον στόχο. Και πώς τώρα πιά αδιαφορώ για σένα, γιατί με κουράσαν οι φόβοι σου, ανθρωπάκο ή πάλι ίσως να κουράστηκα να σε πηγαίνω βόλτες κάθε απόγευμα γραπώνοντάς σε απο το χέρι. Καιρός να μεγαλώσεις κι εγώ να μικρύνω. Καιρός να βγάλω τα φαγωμένα απο το σκόρο φουστάνια απ'τη ντουλάπα μου κι εσύ τα παντελόνια σου και να φιλιώσουν οι ψυχές μας ...αν αποφασίσεις να ξεριζώσεις ετούτες τις ρίζες του εγωισμού πού φύτρωσαν μες την ψυχή σου και κάθε τόσο ροκανίζουν τα κεραμίδια της.
Μα είναι αλήθεια...ό, τι και να πώ, όσα λόγια κι αν σφουγγίζουν τις βρωμιές σας, όσες λέξεις κι αν φτεροκοπούν πάνω απ΄τις σκεπές σας... le vent nous portera.υ.γ. Μην μού καταλογίσετε νεύρα, παρά μόνο ένα στερνό παράπονο. Εξάλλου οδεύω προς τον έρωτα, άρα τα νευράκια κι οι υστερίες αποκλείονται τοιουτοτρόπως. ''Οδεύω'', είπα.. αν δεν μού τα χαλάσει κι ''εκείνος'' ο άνθρωπος.
Ναι, καστανά τα μάτια του... τα μπλε τα ξεπέρεσα, σού λέω.
γέλια(..*****************************)
Να μιλήσουμε για κείνον πού δειλά κραδαίνει το όπλο στις
παλάμες.Να μιλήσουμε για κείνον πού ζυγώνει τους αστούς μ'ελαφίσια πατήματα
ξαστέλνοντας ίσκιους πάνω στην άμμο της γνωριμιάς.Για κείνον πού σιωπά πλάι
στους ελαιώνες πασχίζοντας τον ήχο μιάς αγέλης πάνω σε μία βουβή κιθάρα.Για
κείνον πού πλάγιασε το κορμί του πάνω σε άνθη λεμονιάς κι αποξεχάστηκε μ'ένα
γαρίφαλλο στο στόμα κι είπε πώς μάτωσαν τα δάχτυλά του πάνω σε κάτι μαδημένα
όνειρα.Ύστερα, για κείνους πού τίποτα δεν είδαν ή ακούσαν κι ήσαν τα
χρόνια τους σκοτωμένα απο πολέμους, κρεμασμένα απο δήμιους,κι απόκαμαν τα γόνατα
απο το λίκνισμα πάνω στα στασίδια. Κι είπαν ακόμη πώς οι καιροί είναι δύσκολοι,
πού βεγγέρες πια για ποιητάδες και σονάτες σκαλισμένες στο σεληνόφως, είπαν
ν'αδράξουμε Τα όπλα. Κι ύστερα, την άλλη μέρα καθώς χάραζε, έπειτα την επόμενη,
κι άλλη μιά μέρα γιομίσανε οι άνθρωποι τις καταπακτές κονσέρβες, αρπάξανε οι
μανάδες μέσα στις αγγαλιές τους τα παιδιά κι αμέσως έπαιρναν να κατεβαίνουν
τους δρόμους. Κείνο το δείλι σαν είχαν ανοίξει τ'αμπάρια τ'ουρανού- κάτι σταγόνες
αίμα, μουσκεύονταν τα καλντερίμια, πάνω σε πορφυρές λακούβες τσαλαβουτούσαν οι
ανθρώποι. Κείνο το δείλι... είχες μιά γέυση πάνω στη γλώσσα σαν απο σίδηρο και
στα πουλιά κάτω απ'τις ράχες τ'ουρανού βάραιναν τα φτερά τους ίσα με το χώμα κι
έπεφταν με το ράμφος καταγής σαν τα γλαροπούλια στο ναό της θάλασσας τα
καλοκάιρια.Να μιλήσουμε για τον άνθρωπο, λοιπόν. Κείνον πού καμώθηκε απο
σπέρμα κι ιδρώτα, όχι απο χώμα κατά πώς λένε τα τραγούδια, για κείνον πού κάποτε
φύλαγε μέσα στις γλάστρες χούφτες βασιλικό μά τώρα τον γυρεύει βαλσαμωμένο μέσα
στα παζάρια, για κείνον πού ουρεί στα δημόσια ουρητήρια της ομονοίας κι έπειτα
τρέχει βιαστικός να σβήσει την γόπα του πάνω σ'ένα ψόφιο περιστέρι
λυτρωμένο- χάμω στα λευκά πεζοδρόμια της οδού ελευθερίας, πλάι στα
προσφυγικά.
''Οδός Ελευθερίας'', πλάι στα προσφυγικά.Ο τελευταίος ''
άνθρωπος'' πού αντίκρυσα μέσα σε σιδερένιες ανάσες ήσουν εσύ.Καλή σου
νύχτα.
Μές την αυλή των θαυμάτων σε θυμάμαι να καθρεφτίζεσαι
πάνω στη ράχη ενός γαρίφαλλου, λυτρωμένη , απεχθής,
με ρυτίδες βαθιά στο μέτωπο.
Ρόδο της άνοιξης σ'είδα να χάνεσαι μέσα σε κύκλο απο νερό...
αίμα που δρόσισε τις ρίζες σου κι ύστερα έναν βλαστό ανοίγει. Πέρασαν μέρες,
τώρα πια δεν φοράς εκείνο το γκρίζο υφαντό του χειμώνα, ξαστέρωσαν οι νύχτες
μου, μού είπες, μά κείνα τα χείλη πού ποτέ δεν θα ξεχάσω, νοσταλγώ ... κι ένα
φεγγάρι φαγωμένο απο τ'αστέρια. Πάλι γεννάς , πάλι μιλάς, πάλι ξεχνιέσαι πλάι
στα τρεχαντήρια, πού έλεγες πώς είν δικά σου κι έπειτα έκρυβες το πρόσωπο πίσω
απ'τις φτερούγες των πουλιών, απο ντροπή. Δεν ταξίδεψες ποτέ σου. Πάψε, μην
κλαίς... τα σύννεφα δεν ξαποσταίνουν. Πάψε, μην κλαίς... οι θνητοί μονάχα
γεμίζουν με δάκρυα τις στέρνες τους.
Τη μέρα εκείνη στο ναύσταθμο σαν πλάγιαζες τα ψαροκάικα και τις
μαρίνες, δεν μπόρεσα να σε κοιτάξω. Είχες στα μάτια σου ένα βαθύ κόκκινο
φτερούγισμα πού ολότελα γίνηκε μπλαβί. Σαν βιβλικό σημάδι απο τις παλάμες του
Θεού, κείνες οι μέρες, οι φωνές, οι ιστορίες.
Τη νύχτα σαν καθόσουν πλάι μου κι είπες πώς έγνεψες στις
φυλλωσιές να σκύψουνε στη γή, κι ύστερα εκείνες πέσαν σαν χάρτινη βροχή πάνω στο
χώμα, είπες πώς για μένα το κανες. Θαρρώ πώς την πίστεψα τούτη την αλλόκοτη ηλιαχτίδα. Κι
άλλες πάλι φορές... όλες κι όλες ίσα με το ξάνοιγμα της μέρας, ίσα με το βάδισμα
μιας νεροποντής σε μιαν ανθρωποχώρα.

Ξέρω πώς δεν θυμίζεις σε τίποτα εκείνες τις αμμουδερές
κυράδες που λαγιάζουν ανάγλυφες πάνω σε καρτ ποστάλ του
καλοκαιριού.
Ξέρω πώς τις φτωχές σου ανάσες σκεπάζουν αρμυρήθρες και βότσαλα
σμιλεμένα απο αρμύρα. Την αγγαλιά σου δεν γιομίζουν γέλια καρτερικά, παιδίσια
σκιρτήματα απόκρυφα στον ήλιο- μοναχά τα μάτια μας αντάμωναν πίσω απο των
ανέμων τις ιαχές. Είσαι φτωχή κι είσαι δικιά μου, όπως το λουλακί σου δάκρυ πού
κάποτε κρεμάστηκε τ'απόγιομα γύρω απ'το στήθος μου. Εσύ κι εγώ, κι ανάμεσα στα
δάχτυλα χοχλάδια των καιρών σου, μισεμένα λιοπύρια και τα φιλιά των γρύλλων
σκεπασμένα με πευκοβελόνες. Ξέχασα τους πεύκους σου, να με συγχωρεί η ματιά
σου...
Εσύ κι εγώ, κι εκείνη η παλιά ψαροταβέρνα, αγγίζεις με
τ'ακροδάχτυλά σου. Πίσω απο τις γαλανές σου ισκιάδες χάνεται το πρόσωπο πού
κάποτε πλάγιαζε πάνω στα ονέιρατά μου. Κι είναι πού τέτοιες οι ώρες να
λέω πώς πάλι εσύ το ανασκάλεψες στη μνημη τούτο το παραγάδι. Έτσι
βαστώ τα λιγοστά φεγγγάρια μας, τόσο που ξέρω, πώς θα τα σκορπίσει ο
διακαμός των γλάρων στο μολυβένιο σου ορίζοντα, σαν έρθει ο καιρός τα στάχυα να
θερίσει. Πόση γη άραγε να χωρίζει τις νύχτες μας; Πάλι μετράω αποστάσεις και
μυρουδιές και στάχτες καλοκαιρινές πού γινήκανε κιτρινισμένα φύλλα κι ένα
κομμάτι φλοίσβου να ξαγρυπνά τον Αποσπερίτη, τόσο πού οι θύμησες βαφτίστηκαν
μέσα στα κύμματα ξάνα. Νοτισμένες γοργόνες, φύκια κι αστερίες , λογάρια
μιας ξεχασμένης θάλασσας. Μ'αρέσει πού είσαι φτωχή κι αμάλαγη κάτω απ' ταγγίγματα
του ήλιου, μακρυά απο τις στέγες των ανθρώπων .
Μισώ τα παιδιά σαν σού πετούνε πέτρες. Ακούς;
Θέλω να'ρθω κοντά σου ξανά, μόνο για λίγο, όσο βαστάνε οι
λεπτοδείχτες στ'ανθρώπινα ρολόγια , όσο στις χούφτες σου θα σιγοσβήνουν
τ'αχνάρια των βουνών, πλεούμενα δικά σου και τούτα. Πές μου, σού λείπω
καθόλου;

Τί με κοιτάς;
Δεν χωράνε τούτα τα λόγια σ'ένα καλοκαίρι, σωστά;
Ψάχνεις ακομά να ξεκρίνεις τους χειμώνες απο τα καλοκαίρια, λές, αναζητάς χαμένους ήλιους ή πάλι καρτεράς λησμονημένες θάλασσες, τώρα πιά. Δεν αντέχεις, λές, να βλέπεις, μά ξάφνου αλλού αποστρέφεις το βλέμμα. Κείνο το βλέμμα πού κουβαλάς σε κάθε πόλεμο, σε κάθε θάνατο, σε κάθε γιορτή.
Γιατί χάνεσαι, άνθρωπε;
Πού χάνεσαι, ρώτώ, πόσα ηλιοβασιλέματα κίνησες ν'αφήσεις ξοπίσω σου;
Ναι, ξέρω πώς πονάς, και πώς τ'αγγάθια δεν βαστά το δέρμα σου που χρόνια τώρα μόλεψε η βροχή πάνω στις πεδιάδες σαν ξάπλωνες να ξαποστάσεις. Δεν είναι λύση, σού φώναζω, η λησμονιά, κι όσες σκιές ξαπόστειλες στα λαγούμια της ζώής σού πίσω απο τα παραπετάσματα των φόβων σου, τούτες εγώ θε να ξεθάψω.
Μή με θυμώνει το βλέμμα σου, άνθρωπε.
Σωθήκανε τα χρόνια που ξεκρέμαγες πανιά πάνω στ' άρμπουρα της λευτεριάς σου, ήρθαν χρόνοι πού γδάρανε τις κυανές σου ακτές, τις φωτισμένες βόλτες σου κάτω απο αστροκέντητους ωκεανούς. Τώρα πού πια το θέλησες με το μαχαίρι των τριγμών με τη ρομφαία του χρόνου, αναποδογύρισες τη πλάση, κι είναι πιά ώρα την αλήθεια, λέω, να κοιτάξεις,- πιό βαθιά τον πρόγονο στα μάτια.
Φτάνουν οι επιτύμβιες στήλες πού 'στηνες πέρα απο τα παραπήγματα , πίσω απο λαβωμένους θούριους και νίκες περίλαμπρες έχτιζες στα όνειρά σου.
Πάλι αποφεύγεις τη σιωπή,κεί πού κρύβεται η αλήθεια. Φτάνει ν'ακούς φωνές, φτάνει πού τίποτε δεν έμαθες.
Κι όμως, πάλι στα ίδια μέρη θ'ακουμπήσει η ανάσα σου σαν κάποτε γύρίσεις. Τέλικά, είναι πού τίποτε δεν έσβησε η φυγή σου, έρμε αποστάτη, κι ύστερα υψώνεις το χέρι στους ουρανούς...
Πώς να κλάψω σαν σε αντικρύζω, πώς να γελάσω σαν το είδωλό σου ξέφεύγει απο τη σάρκα σου, φθηνά και τα πλουμίδια πού χρόνια ύφαιναν μανάδες σε καιρούς ελπιδοφόρους, για σένα. Μα, δεν μπόραγες να τα κρατήσεις κεντημένα πάνω στο κορμί σου. Ήθελες, λέει, να' σαι ελεύθερος.
Κοίτα γύρω , άνθρωπε, σαν τα πρωτοβρόχια σε γυρίσουν πίσω στα χαλάσματα πού ρίζωσε ο ίσκιος σου, κοίτα γύρω σου και πές μου - τί σε κρατάει πάνω σε τούτους τους τόπους;

Για κείνο το ''βλαστό'' πού κρύβεις βαθιά μέσα στα σπλάχνα
σου, γυναίκα.
Για το παιδί πού δεν θ' αντικρύσει ποτέ το χρώμα
μιάς εύφορης γης
πού δεν θα κρατήσει τους ροδαμούς της άνοιξης
στις ανοιχτές του παλάμες,
για όσα παιδικά γέλια σκορπούν την ώρα
ετούτη ελπίδα στις ξαστεριές του κόσμου.
Μόνο για κείνα. Δεν είναι άραγε
αρκετό;
Βαστώ στις χούφτες μου μια ζωγραφιά δική σου, καμωμένη απο καιρούς αγύρτες
και βοριάδες αγαρηνούς , γιομάτη στάχτες και νεκρά σκοτάδια. Την ηύρα πλάι
στα κύμματα μιας ξεχασμένης μέρας κι άκου πώς τα λόγια της σκορπίσαν τη σιωπή
μου : '' Είμαι ένας γκρεμισμένος τόπος, πλάι στις πέτρες των προγόνων σου
πλαγιάζω την κραυγή μου. Δεν είμαι αυτό πού όρισε το χέρι του Θεού να δώσω. Δεν
έχω άλλες προσευχές να κλείσω μές τις λόχμες μου και τούτο γιατί κείνες δεν
υπάρχουν πια. Κρατώ στις σκοτωμένες απαλάμες μου τους επιτάφιους θρήνους των
καιρών πού πέρασαν, καιρών αλλιώτικων πού όριζε στα σπλάχνα μου η φύση. Στις
φυλλωμένες αγγαλιές μου πού αλλοτε κούρνιαζε το αληχητό των γρύλλων σωριάζονται
ματωμένα αποτράγουδα πάνω στο αποκάρωμα της μέρας. Δεν έχω πια άλλο χώμα μές στα σωθικά του να φυλακίσω τις ρίζες μου, παρά φωτιά, φωτιά κι ένα σμάρο πουλιά πλάι
στ'αποκαίδια ν αγροικάνε το λυγμό των δέντρων. Είμαι νεκρός μες το σκοτάδι,
είμαι ένα αστέρι μοναχό να σεργιανάει το θρήνο. Απλώνω τις ρίζες μου μα
κείνες πάνω στη πέτρα γκρεμίζουν τα φτερά τους, πάνω στων ανθρώπων τις βουλές,
στα δρέπανα πού βάσταγαν τα φονικά τους χέρια. Σύ , ξερίζωσες τη ψυχή, σύ
θέρισες τους κάμπους δίχως το πρόσταγμα της φύσης . Μα θά'ρθουνε καιροί ,
πρωτόπλαστε του κόσμου, πού θα νογάς το τρίξιμο των ξύλων σαν το
κορμί σου δοξάρι νά'ναι έτοιμο να σπάζει σε κομμάτια, το
συριγμό των φύλλων σαν να'ναι η ψυχή σου πού παλεύει με τον ανέμο, και τότε δεν
θα μένει πλεόν φως μές τις ικμάδες της σιωπής. Κρατάς ακόμη μαχαίρι στις παλάμες
σου, το βλέπω. Πήρες απόβραδο να ζωγραφίζεις με κείνο τις οπές μου και με τις
στάχτες μου ραντίζεις τους Θεούς σου, μά τούτες τις πένθιμες βοές μες σε σπηλιές
δεν θα τις κλείσεις , γενήκανε άνθρωπε θελιά πού απάνω σου κρεμιέται.''
Τρέμοντας μη ζήσει μόνος του ως τα 80, μελαγχολούσε στο παράθυρο σαν να'χε μείνει πάνω σ'ένα τρένο, μία στάση πέρα απο τον προορισμό του. Η νύχτα είναι δικιά μου και δικιά σου μακρυνή αγάπη, ολέθρια, πού τώρα δε ζω παρά για να σ'αναστήσω. Mα να πού τα λόγια δεν φτάνουν πια, τα λόγια είναι φενάκη και η αλήθεια εσύ... εσύ, μένεις να με οδηγείς με τη σκοτεινή φωτοβολίδα σου στο χαός αυτό, το χάος μου, πού φρόντισες να το γεμίσεις με τη φωνή σου. Τί ήρθα; Πού πάω; Τί ζητώ; Γιατί χωρίς εσένα λιγόστεψε το φώς μου; Μακρυνή, μακρυνή πού μού φαίνεσαι αγάπη μου, μακρυνή, μακρυνή πού είσαι τώρα. Μ' άφησες τα σημάδια σου ανεξίτηλα, τόσα ρούχα, τόσες γραφές στον αέρα, τόσα αποτυπώματα στη σκιά, πώς να πώ ότι όλα αυτά ηταν ενέργεια και σύ ξαναγύρισες στη πηγή σου. Θέλω να'ρθω να σε βρώ. Είσαι γλυκιά και σ'αγαπάω, μονάχα όταν έρχεσαι να σε δώ να φοράς τα ρούχα πού μ'αυτά σε γνώρισα. Έτσι σ'αγάπησα, έτσι σε πίστεψα. Σ'αισθάνθηκα λίγο μακρυνή όταν γύρισες απο την Αμερική, μετά απόκτησες μία κρούστα ασάφειας, απ' το να τα πνίγεις όλα μέσα σου κόντευες να πνιγείς η ίδια. Σ'αυτό το πολύ βιαστικό πέρασμά μας απο τη γή καθένας μας αφήνει μιαν ανάσα, μιά πνοή κι όλα μετά τα σβήνει. Μή ζητάς να μάθεις πιο βαθιά τα μυστικά, δεν υπάρχουνε, μα κι αν υπήρχαν δεν τα ξέρουμε κι αυτά... δεν τα ξέρουμε. Δεν έχω άλλα δάκρυα, μισώ το γράψιμο πού'ναι εκτόνωση, πού μού δίνει την αίσθηση ότι κάνω το χρέος μου απέναντί σου. Το μόνο χρέος μου γλυκιά μου αγάπη, για πάντα χαμένη, είναι να κλαίω για σένα, να κλαίω, να κλαίω. Κι όταν δεν το μπορώ, αρρωσταίνω...
( απόσπασμα απο το '' Τελευταίο Αντίο'' του Βασίλη Βασιλικού)
υ.γ. Έπειτα από τόσα αστέρια μπλεγμένα στα μαλλιά μου, ύστερα απο τόσους χειμώνες ξεχασμένους στο προσκεφάλι μου, ξέρω πώς τίποτα πια δεν καρτερώ απο ένα καλοκαίρι. Είναι τούτες οι στιγμές σκληρές σαν την αφή της μέρας , σαν τη δορά του αχινού σε δάχτυλα αμόλευτων καιρών , αδούλευτων πάνω στ'όργωμα του ήλιου.
Πάλι θα πεις πώς ξαποσταίνω στις γραμμές φυγοριγώντας , και θα'χεις δίκιο. Να'ναι πού πια δεν βρίσκω άλλη λησμονιά σε τούτες δα τις ώρες, μονάχα το κέντημα στις λέξεις πού τάχα προτιμώ απο τόσες αλήθειες, ή πάλι οι λέξες οι νεκρές να ράγισαν τόσο τη σιωπή μου. Ποιός ξέρει;
Μα τούτα τα λόγια κείνες τις μέρες του '95 δεν σκέφτηκα πώς μια ολάκερη ζωή θ' αφήναν το αχνάρι τους στα χείλη μου. Τόσο μακρυά απο τις μνήμες μου το α- σήμαντο, τόσο κοντά στην ανάσα τους η ψυχή μου.
Κι εσύ ν 'αποκοιμιέσαι πλάι μου ακόμη...
Μαρία Νεφέλη
Ive been looking for a savior in these dirty streets
Looking for a savior beneath these dirty sheets
Ive been raising up my hands- drive another nail in
Just what God needs, one more victim
Why do we crucify ourselves
Everyday I crucify myself
Nothing I do is good enough for you
Crucify myself
Everyday I crucify myself
And my heart is sick of being in chains
Tori Amos








Γυναῖκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας
Εἶσαι μία ἤπειρος τοῦ στήθους ἀπ᾿ τὸ βάθη τῶν φυλῶν
εἴσαι πλανόδια σὰν τὸ φεγγάρι
ὁ πόνος εἶναι πλόκαμος κ᾿ ἡ ἀγάπη σου ὑδράργυρος
γυναίκα, πεῖσμα τῆς Ἀσίας.
Ὅταν ἀφήνεις ἕνα βλέμμα στὶς κοιλάδες νὰ ὡριμάζει
καθὼς οἱ ἄνεμοι τὸ ταξιδεύουν ὡς τὰ ὕψη
νέμεσαι κλαδιὰ καὶ χύνεις δηλητήρια μέσ᾿ στὸ φεγγάρι.
Μόνη σὰ φόνος κατοικεῖς τὴ συνείδηση
συνωμοτώντας ἀντίκρυ στὶς θεότητες τῶν πουλιῶν
ἐσὺ μὲ μαῦρα ποταμικὰ μαλλιὰ
ἐσὺ πάλι καὶ πάλι μὲ σκοτεινὰ μάτια.
Λέω στὸν ἥλιο νὰ σταθεῖ χωρὶς τὴν ἀγαθότητα
σχίζοντας τὸ μεγάλο χρῶμα τοῦ ὀνείρου
στὸν ἥλιο νὰ σὲ πολεμήσει μὲ βοερὸ θειάφι
καὶ νὰ γκρεμίσει ὅλη τη θύμηση ποὺ μὲ παιδεύει.
Νὰ οἱ καιροὶ στὰ βήματά σου μ᾿ ἔφεραν
οἱ φυτικοὶ δεινόσαυροι τὰ οὐράνια πλάτη
μιὰ δέσμη χαλαρὴ τοῦ αἵματος ἕτοιμη νὰ σκορπίσει
τότε ποὺ φώναζα δίχως ἀπόκριση: Θέλω νὰ γίνω γαλάζιος.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ θάνατο
μὲ πορφυρὲς ἀνταύγειες ἀπ᾿ τὰ μέλη
ρώτησα μὰ δὲν ἔμαθα ποὺ βρῆκες τὸ σκοτάδι
σὲ μυστικὰ ρυάκια κλειδώνεις τὸν ἦχο σου
μόνη μὲ τὴν ἐκρηκτικὴ φωνὴ τῆς σιωπῆς.
Ἦρθες νὰ μείνεις ὡς τὸ μακρινὸ χάραμα
σώματα πέρασες ἀκόμη ταξιδεύεις.
Ἐγὼ δὲν ἔζησα κ᾿ ἡ ὀμορφιὰ τῆς Ἀττικῆς εἶν᾿ ὅλο τὸ ταξίδι μου
Σὲ τόσους καημοὺς τραγουδώντας
δὲν ξέρω τ᾿ ὅπλο τῆς λησμονιᾶς.Νίκος Καρούζος
| Online now: |
Copyright © 2010 *Η ΜΑΡΙΑ ΝΕΦΕΛΗ ΚΙ ΕΝΑ ΣΥΝΝΕΦΟ*
Blogger Templates by Splashy Templates