ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ .... Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Saturday, July 28, 2007

Βαστώ στις χούφτες μου μια ζωγραφιά δική σου, καμωμένη απο καιρούς αγύρτες
και βοριάδες αγαρηνούς , γιομάτη στάχτες και νεκρά σκοτάδια. Την ηύρα πλάι
στα κύμματα μιας ξεχασμένης μέρας κι άκου πώς τα λόγια της σκορπίσαν τη σιωπή
μου : '' Είμαι ένας γκρεμισμένος τόπος, πλάι στις πέτρες των προγόνων σου
πλαγιάζω την κραυγή μου. Δεν είμαι αυτό πού όρισε το χέρι του Θεού να δώσω. Δεν
έχω άλλες προσευχές να κλείσω μές τις λόχμες μου και τούτο γιατί κείνες δεν
υπάρχουν πια. Κρατώ στις σκοτωμένες απαλάμες μου τους επιτάφιους θρήνους των
καιρών πού πέρασαν, καιρών αλλιώτικων πού όριζε στα σπλάχνα μου η φύση. Στις
φυλλωμένες αγγαλιές μου πού αλλοτε κούρνιαζε το αληχητό των γρύλλων σωριάζονται
ματωμένα αποτράγουδα πάνω στο αποκάρωμα της μέρας. Δεν έχω πια άλλο χώμα μές στα σωθικά του να φυλακίσω τις ρίζες μου, παρά φωτιά, φωτιά κι ένα σμάρο πουλιά πλάι
στ'αποκαίδια ν αγροικάνε το λυγμό των δέντρων. Είμαι νεκρός μες το σκοτάδι,
είμαι ένα αστέρι μοναχό να σεργιανάει το θρήνο. Απλώνω τις ρίζες μου μα
κείνες πάνω στη πέτρα γκρεμίζουν τα φτερά τους, πάνω στων ανθρώπων τις βουλές,
στα δρέπανα πού βάσταγαν τα φονικά τους χέρια. Σύ , ξερίζωσες τη ψυχή, σύ
θέρισες τους κάμπους δίχως το πρόσταγμα της φύσης . Μα θά'ρθουνε καιροί ,
πρωτόπλαστε του κόσμου, πού θα νογάς το τρίξιμο των ξύλων σαν το
κορμί σου δοξάρι νά'ναι έτοιμο να σπάζει σε κομμάτια, το
συριγμό των φύλλων σαν να'ναι η ψυχή σου πού παλεύει με τον ανέμο, και τότε δεν
θα μένει πλεόν φως μές τις ικμάδες της σιωπής. Κρατάς ακόμη μαχαίρι στις παλάμες
σου, το βλέπω. Πήρες απόβραδο να ζωγραφίζεις με κείνο τις οπές μου και με τις
στάχτες μου ραντίζεις τους Θεούς σου, μά τούτες τις πένθιμες βοές μες σε σπηλιές
δεν θα τις κλείσεις , γενήκανε άνθρωπε θελιά πού απάνω σου κρεμιέται.''
read more “ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΚΙ ΕΚΕΙΝΟΣ .... Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ”

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ

Sunday, July 22, 2007

Τρέμοντας μη ζήσει μόνος του ως τα 80, μελαγχολούσε στο παράθυρο σαν να'χε μείνει πάνω σ'ένα τρένο, μία στάση πέρα απο τον προορισμό του. Η νύχτα είναι δικιά μου και δικιά σου μακρυνή αγάπη, ολέθρια, πού τώρα δε ζω παρά για να σ'αναστήσω. Mα να πού τα λόγια δεν φτάνουν πια, τα λόγια είναι φενάκη και η αλήθεια εσύ... εσύ, μένεις να με οδηγείς με τη σκοτεινή φωτοβολίδα σου στο χαός αυτό, το χάος μου, πού φρόντισες να το γεμίσεις με τη φωνή σου. Τί ήρθα; Πού πάω; Τί ζητώ; Γιατί χωρίς εσένα λιγόστεψε το φώς μου; Μακρυνή, μακρυνή πού μού φαίνεσαι αγάπη μου, μακρυνή, μακρυνή πού είσαι τώρα. Μ' άφησες τα σημάδια σου ανεξίτηλα, τόσα ρούχα, τόσες γραφές στον αέρα, τόσα αποτυπώματα στη σκιά, πώς να πώ ότι όλα αυτά ηταν ενέργεια και σύ ξαναγύρισες στη πηγή σου. Θέλω να'ρθω να σε βρώ. Είσαι γλυκιά και σ'αγαπάω, μονάχα όταν έρχεσαι να σε δώ να φοράς τα ρούχα πού μ'αυτά σε γνώρισα. Έτσι σ'αγάπησα, έτσι σε πίστεψα. Σ'αισθάνθηκα λίγο μακρυνή όταν γύρισες απο την Αμερική, μετά απόκτησες μία κρούστα ασάφειας, απ' το να τα πνίγεις όλα μέσα σου κόντευες να πνιγείς η ίδια. Σ'αυτό το πολύ βιαστικό πέρασμά μας απο τη γή καθένας μας αφήνει μιαν ανάσα, μιά πνοή κι όλα μετά τα σβήνει. Μή ζητάς να μάθεις πιο βαθιά τα μυστικά, δεν υπάρχουνε, μα κι αν υπήρχαν δεν τα ξέρουμε κι αυτά... δεν τα ξέρουμε. Δεν έχω άλλα δάκρυα, μισώ το γράψιμο πού'ναι εκτόνωση, πού μού δίνει την αίσθηση ότι κάνω το χρέος μου απέναντί σου. Το μόνο χρέος μου γλυκιά μου αγάπη, για πάντα χαμένη, είναι να κλαίω για σένα, να κλαίω, να κλαίω. Κι όταν δεν το μπορώ, αρρωσταίνω...

( απόσπασμα απο το '' Τελευταίο Αντίο'' του Βασίλη Βασιλικού)

υ.γ. Έπειτα από τόσα αστέρια μπλεγμένα στα μαλλιά μου, ύστερα απο τόσους χειμώνες ξεχασμένους στο προσκεφάλι μου, ξέρω πώς τίποτα πια δεν καρτερώ απο ένα καλοκαίρι. Είναι τούτες οι στιγμές σκληρές σαν την αφή της μέρας , σαν τη δορά του αχινού σε δάχτυλα αμόλευτων καιρών , αδούλευτων πάνω στ'όργωμα του ήλιου.

Πάλι θα πεις πώς ξαποσταίνω στις γραμμές φυγοριγώντας , και θα'χεις δίκιο. Να'ναι πού πια δεν βρίσκω άλλη λησμονιά σε τούτες δα τις ώρες, μονάχα το κέντημα στις λέξεις πού τάχα προτιμώ απο τόσες αλήθειες, ή πάλι οι λέξες οι νεκρές να ράγισαν τόσο τη σιωπή μου. Ποιός ξέρει;

Μα τούτα τα λόγια κείνες τις μέρες του '95 δεν σκέφτηκα πώς μια ολάκερη ζωή θ' αφήναν το αχνάρι τους στα χείλη μου. Τόσο μακρυά απο τις μνήμες μου το α- σήμαντο, τόσο κοντά στην ανάσα τους η ψυχή μου.

Κι εσύ ν 'αποκοιμιέσαι πλάι μου ακόμη...

Μαρία Νεφέλη

read more “ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ”

CRUCIFY

Friday, July 20, 2007






Ive been looking for a savior in these dirty streets
Looking for a savior beneath these dirty sheets
Ive been raising up my hands- drive another nail in
Just what God needs, one more victim

Why do we crucify ourselves
Everyday I crucify myself
Nothing I do is good enough for you
Crucify myself
Everyday I crucify myself
And my heart is sick of being in chains

Tori Amos

read more “CRUCIFY”

Monday, July 16, 2007

16/7/έτος σιωπής

Για μία ακόμη μέρα αναμένω την έλευση του φθινοπώρου. Μη με ρωτάς πια
και τούτο γιατί κουράστηκα να κατέχω απαντήσεις και ίσως γιατί τώρα δεν βαστώ το λόγο στα χείλη μου. Να ελπίζω λοιπόν πώς με τη σιωπή σου θα τυλίξεις τη σκέψη μου, να ελπίζω, να ελπίζω. Και με κρωγμούς ανέλπιστους να λέω πώς Δεν εγκαταλείπω, δεν εγκαταλείπω... Να γελάσω τώρα πλέον θαρρώ πώς μπορώ, υποφέροντας την αλητεία μου. Ναι, μωρέ ετούτη την αλητεία πού μονάχα εσύ της έδωκες γνώρα. Κι αν όλα τούτα πού απάνω στο χαρτί αράδειασα σα χαμένες σοδειές αδιάφορο σ'αφήνουν, σού λέω πώς και τούτο το γνώριζα . Σαν απο Χρόνια πολλά, ''αδερφέ μου''... Μα είναι πού άμα δεν γίνουν σκαλίσματα , χαράσσει το καλέμι τους τα μάτια μου κι έπειτα στάζουν δάκρυ.
Κι είναι πού τέτοιες οι μερες να Θέλω να πέσουν τα φύλλα καταγής , θέλω να φουσκώσουν οι θάλασσες , να μυρίσουν τα πρωτοβρόχινα πανωφόρια ναφθαλίνη, να κατσαρώσουν τα μαλλιά μου, να ξεφτίσουν τα χείλη μου πάνω στην ανάσα του χειμώνα. Έστω να καταφέρουν τα χέρια μου ν'αμπαρώσουν τα πορτόφυλλα, έστω να κατορθώσω να γδάρω τούτο το καλοκαίρι, και μαζί του κάθε θάλασσα, κάθε γαλάζιο, καθε αρμύρα.Κουράστηκα...
read more “ ”

Fade into you

Sunday, July 15, 2007

read more “Fade into you”

ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ ΑΠ' ΤΟ ΠΡΩΙ ΝΑ ΜΟΥ ΓΕΛΑΣ

Saturday, July 14, 2007


Στεκόμουν σήμερα μπροστά σ'έναν καθρέφτη παλεύοντας να σχηματίσω με εκφράσεις τη φυγή των ανθρώπων. Έπαιζα με τα δάχτυλα πάνω στα χείλη μου, έκοβα σε κομμάτια ένα χαμόγελο, τράνταζα το κορμί μου πάνω στις σκέψεις , ύψωσα τα δυό μου χέρια ψηλά στον ουρανό καταπώς οι θείες τραγωδίες σπείραν τη μνήμη μου. Προσποιόμουν πώς φεύγω. Κι ήλθε να μού θυμίσει ένα παλιό στιχούργημα πώς θα'ναι ''παράξενο κοχύλι'' η φυγή μας και πώς ακόμη δεν μάθαμε να δραπετεύουμε με περήφανα τα στήθη μας. Δίχως το παιχνίδι της παντομίμας , δίχως κραυγές και περιττά πλουμίδια η φυγή των ανθρώπων στέκει μισή και πάντερμη.
Κι έπειτα είπα πώς έχει κι αυτή μιά δωρικότητα, χαμένη στη γενιά μας. Κάποτε οι κινήσεις απομένουν σιωπή, κάποτε η σιωπή γίνεται ηφαίστειο, κάποτε η σιωπή γίνεται λέξη. Άραγε να μάθει ποτέ αυτός ο κόσμος που ολοένα καυχιέται πώς το φεγγάρι επόρθησε, πώς τα πουλιά σαν έρθει η μέρα ν'αλαργέψουν προς το Νότο χάνονται δίχως κραυγές στον απαλό ορίζοντα[;] Κι είναι γραφτό πώς κι οι Θεοί ακόμα πίσω δεν θα τα φέρουν...
Έδεσα τα μαλλιά μου , χάραξα ανάγλυφες κραυγές στα χείλη , κράτησα την ανάσα μου σάμπως να πάσχιζα πάλι το οδυνηρό. Μα είναι πού κι εκείνο κοιμάται μέσα μας καμμιά φορά και δεν χωράει στις κινήσεις των άπληστων ανθρώπων. Κι αν σιγοκαίει τη ψυχή μας σαν κλαράκι ξερό αρνείται πεισματικά να θεριέψει τη φλόγα. Έτσι ακούω στα τραγούδια του κόσμου τη φυγή. Κουρελιασμένη και αμαρτωλή γυναίκα γυρνάει στα τραπέζια των πολλών και ζητιανεύει περηφάνεια. Πώς χαθήκαν οι σιωπηλοί λυγμοί στα χρόνια μας;
Ηύρα ένα χαμένο φόρεμα και μιά παλιά ''φωτογραφία'' να μού θυμίζει πώς οι μέρες περνούν σαν χάρτινα καραβάκια πάνω στα κύμματα . Και βουλιάζουν στους βυθούς πλάι στα κοχύλια δίπλα σε σαπισμένα σκαριά κι ανείπωτα καράβια πλάι στων ποιητών τα όνειρα. Πού νά'ναι άραγε το είδωλό σου; Σε ποιά Σπάρτη διαφεντεύεις τα βουνά σε ποιά Αίγυπτο κεντάς τα γαλανά υφάδια σου; Όχι, πώς θέλω να σε δώ και τούτη τη μέρα. Μίσεψες κάθε ελπίδα, έσβησα κάθε απαντοχή, κοντά σε σενά η φυγή δεν είναι πια ζητιάνα. Μοναχά ένα βλέμμα θηλυκό απόμεινε να με χαράσσει, κυανό, σαν αστεράκι να τρεμοπαίζει μες τις νύχτες μου σαν ανεμώνα να σκορπά τα πέταλά της πάνω στις χούφτες των ανέμων.
Κι η φωνή σου... ερτζιανά κύμματα μέσα απ'το παλιό ραδιόφωνο πλάι στον τοίχο πού μένει κενός εδώ και χρόνια.
read more “ΘΕΛΩ ΤΗ ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΘΑ ΦΥΓΕΙΣ ΑΠ' ΤΟ ΠΡΩΙ ΝΑ ΜΟΥ ΓΕΛΑΣ”

ΑΝ ΘΥΜΗΘΕΙΣ Τ'ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ

Monday, June 25, 2007

Στην αγκαλιά μου κι απόψε σαν άστρο κοιμήσου
δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά
τώρα που η νύχτα κεντά με φιλιά το κορμί σου
μέτρα τον πόνο κι άσε με μόνο στην ερημιά

Αν θυμηθείς τ' όνειρό μου
σε περιμένω να 'ρθεις
μ' ένα τραγούδι του δρόμου να ρθεις όνειρό μου
το καλοκαίρι που λάμπει τ' αστέρι με φως να ντυθείς


Νίκος Γκάτσος

υ.γ Ένα καλοκαίρι καμωμένο με όνειρα και... βρεγμένα απο θάλασσα αστέρια. Ειδάλλως αστερίες νοτισμένοι απο αρμύρα να αγκιλώνουν τον κόρφο τ'ουρανού. Έτσι σε θέλω, χάδι τ' Αυγούστου. Καταπώς λέν τα παραμύθια... καταπώς τραβούν οι μέρες.
read more “ΑΝ ΘΥΜΗΘΕΙΣ Τ'ΟΝΕΙΡΟ ΜΟΥ”

ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ ΕΙΜ' ΕΓΩ, ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΜΕΡΑ.

Saturday, June 23, 2007

Προσπάθησα σήμερα να σκεφτώ τί απλώνεται δικό μου πάνω σε τούτα τα χώματα. Ποιός ξέρει πάλι τί ονειρεύτηκα το χθεσινό βράδυ; Η αλήθεια είναι πώς τίποτε δεν φανέρωσαν οι Θεοί στη σκέψη μου. Λένε, πώς σαν διαβείς τα σταυροδρόμια της αναζήτησης οι Θεοί φανερώνουν μιαν αλήθεια. Φτάνει μόνο τα δίχτυα σου να μην είναι ξεσκισμένα απο τις ανθρώπινες βουλές. Δεν θυμάμαι απο πού το ξετρύπωσα τούτο το ' ''κουρελάκι'', ίσως και να το γέννησαν εκείνες οι αταβιστικές κυράδες πού χρόνια τώρα αγκουσαίνωντας παραπατούν πάνω στα όνειρά μου.

Καμμιάν αλήθεια για μένα. Μονάχα ένα τετράδιο χαραγμένο εφηβικά δάκρυα, ένα ξύλινο μπαουλάκι γεμισμένο στολίδια κι ένας γεράκος γύψινος σταυροπόδι πάνω στο παγκάκι του. Κείνο το τελευταίο είναι βουτηγμένο στις παιδικές μου χούφτες. Ένας ξερακιανός, αποριγμένος γέρος να τηγανίζει ψάρια κι ένας σκύλος σωριασμένος στα ξυλιασμένα ποδάρια του να τού γυρεύει συντροφιά, όλα τυλιγμένα στο γύψο των ανθρώπων. Θυμάμαι τώρα πώς μού θύμιζε το Βιτάλη, ξεφυλλίζοντας στη μνήμη μου το ''χωρίς οικογένεια'' του Έκτορ Μάλο. Κι έπειτα πόσες νύχτες ν'αποξεχνιέμαι στα μάτια του δίπλα στο τζάκι μιας γιαγιάς πού αδυνατίζει η μνήμη μου σαν με βαραίνουν τα χρόνια.

Φόβαμαι πώς ξεχνώ τις μυρωδιές, κείνα τα φοβισμένα όνειρα, τις αγγαλιές πού βάθαιναν μέσα στα χέρια, τα ξύλινα παραθυρόφυλλα, το ''νυχάκι'' μέσα στις ντουλάπες τις παλιές.
Μα πάλι τρέμουν δυο φυλλαράκια μέσα μου, σαν όλα τούτα πού καμώθηκαν δικά μου με τις μέρες, άδειασαν μέσα στις τρύπιες μου παλάμες.'' Ένας παλιάτσος είμαι εγώ, καλή σας μέρα'' , σφυρίζει μια παιδική νότα. Αυτό μού δόθηκε, αυτό χαράμησα, ετούτο μεθοκόπησα πάνω στ'αγκάθια της ζωής. Μονάχα πού ματώσανε τα πόδια μου σε τούτα τα πατητήρια. Κι έχω να βαστώ στα χέρια μου τρία σκουριασμένα απομεινάρια θύμησες, γύψινα χάρτινα, ξύλινα - ολότελα δικά μου.

Όχι πώς ξάφνου θέλησα ν' απλώσω ρίζες στα κυανά χώματα του κόσμου. - Ναι, είναι οι χωματένιοι κήποι πού στολίζουν τις μέρες μου χρόνια τώρα κυανοί, σαν θάλασσες βουλιάζουν τη ζωή μου- . Όχι πώς ξάφνου αποζητάω ξεχασμένα λογάρια να καρπίσουν το θυμικό μου. Σώνουν τα λιγοστά πού κέντησαν τη ματιά μου.
Μα, να πού τώρα δα, σαν κάτι να λείπει απο σιμά μου. Γυρεύω στα όνειρατά μου ν'αγκιστρώσω τη ζωή , μ'αυτη τη θαλασσογραφία πετάγομαι τα βράδια σαν να καρφώσαν το καμβά της πάνω μου. Θυμωμένη θάλασσα, άγρια γυναίκα γιομάτη μαδέρια να ξεβράζει στη ψυχή μου.
''Γυρεύω ν'αγγιστρώσω τη ζωή''. Μ'απόκριση καμμιά δεν απόσωσαν τα κύμματά της, λές και κατέχω εγώ τις απαντήσεις.
Πόσοι παλιάτσοι σε τούτον τον τόπο γυρεύουν αγγίστρια, πόσα τα τρύπια δίχτυα, πόσες οι θαλασσογραφίες [;]
Ακούτε Θεοί ;;;;;;;

'' Ξέρω να κλαίω, να γελάω, να πονώ
ξέρω να λέω την αλήθεια πέρα ως πέρα
γι'αυτό μπορώ να σας το πώ.
...Ένας παλιάτσος είμαι εγώ, καλή σας μέρα.''
read more “ΕΝΑΣ ΠΑΛΙΑΤΣΟΣ ΕΙΜ' ΕΓΩ, ΚΑΛΗ ΣΑΣ ΜΕΡΑ.”

ΠΑΛΙΑΠΟΤΗΝΑΡΧΗ-ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΠΑΝΩΣΤΗΝΑΜMO

Monday, June 18, 2007


Λέω να καθήσω κι απόψε στο σκαμνί της λοιδωρίας. Εσύ τί λες;

Άλλωστε δεν δοκιμάζω για πρώτη φορά τα σανίδια της.

Μόνο, αγάπη μου, κοίτα μην αστοχήσεις κι άλλο τους χειμώνες . Περιμένω, τί κάθεσαι;

Μ' ένα πουλί καρφωμένο στο στήθος να θυμίζει δολώματα περασμένων [.........]

Ναι, ναι τώρα δεν φοβάμαι τους ανθρώπους, τώρα ξαστέλνω τα θεριά μου να παλέψουν μαζί τους. Η ΔΟ Ν Η-
Μ Ι Σ Ο Σ- ΕΡΩΤΑΣ - ....ΕΛΕΥ- [ΘΕΡΙΑ] ''Είναι κι αυτός ένας ειρμός της σκέψης''.

Σαν τα μερέψεις η ζωή σε κερνάει ένα χαμένο ηλιοβασίλεμα. Τόσο το μερτικό της.


********************************************************************************


Τακτακτακτακτακτακτακ. Με πονά η σκέψη σου τόσο πού δεν καταλαβαίνεις πώς νογούν τα σπουργίτια κάτω απο την αγχόνη των καιρών. Πάψε να τραγουδάς τον ίδιο σκοπό.

θέλων'αρχίσωαπ'τηναρχήθέλω
ν'αρχισωαπ'τηναρχή θέλωνα γνέψωστηναυγή.

Δενμεξέρεικανείςδενμεξέρεικανείςποτέ
δενέμαθεκανείς.Στοπ.

Πόσες φορές να στο πώ- Τίποτε δεν αλλάζει σε τούτους τους τόπους. Μονάχα τα δέντρα γέρνουν την νύχτα πάνω στις όχθες των ανθρώπων. Άκουσεάκουσεάκουσε τη Φωνή μου*********δενακούςδενακούςδενακούς τηΦωνήμου.
Μονάχα τα δέντρα γέρνουν πάνω στις όχθες.
-Γερνούν.
-Ναι, και τα δέντρα γερνούν, είπες.
*********************************************
Ήρθαν χειμώνες πού μιλήσαν για ανθρώπους. Μέσα σε κείνες τις στέπες χόρτασα το χώμα πάνω στα χείλη μου, μια γέψη απο καρπούς στιφούς, δάχτυλα πού έτρεμαν σαν τα κρατούσες, καπέλα και φορέματα αποβροχής, δάκρυα σαν τα σταφύλια πάνω στα μάγουλα κι ένα λόγο όλο ρωγμές.
Με κούρασε τούτη η θάλασσα, είπες, κι έπήρες να ζεσταίνεις τα χέρια σου πλάι στο μαγκάλι. Τρύπιες οι λέξεις πού να χωρέσουν τόση οργή.
- Παίρνω ένα λόγο λασπωμένο και φέυγω - σαν σήμερα γεννήθηκε ένα αστέρι. Ακόμη δεν είδες τίποτε μες το κενό.
- Λαβαίνω τα λόγια σου, συγχωρεσέ με.
''Καληνύχτα Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος δεν θ'αλλάξει ποτέ. Καληνύχτα.''
read more “ΠΑΛΙΑΠΟΤΗΝΑΡΧΗ-ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΠΑΝΩΣΤΗΝΑΜMO”

ΑΠΟΨΕ

Wednesday, June 13, 2007

Aπόψε πού τα κύμματα φτερουγίζουν στης καρδιάς τa aκρογιάλια...Θέλω να πώ, απόψε μόνο.
Αντίο.
Για όσα χάδια περισσά δεν στάθηκαν βολετό να ξεπλύνουν το κορμί μου.
Απόψε πού τα μάτια μας κεντούν στον ουρανο αστέρια.
Για μένα. Για σένα.

Υ.Γ Τώρα διαβάζω την προδοσία, συλλαβιστά.

read more “ΑΠΟΨΕ”

ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ

Tuesday, June 12, 2007

Κι αν πάλι σώθηκε το νερό στις χούφτες μας,
δεν πειράζει. Όσο γεμίζουν οι ουρανοί αστέρια, υπάρχει ελπίδα.
Μα τώρα δα πού οι μέρες μας τραβάνε προς το Νότο, φώλιασε ένα σκιαγμένο περιστέρι μες της ψυχής τα δάχτυλα. Πώς να το διώξω;


Mαρία -Νεφέλη

«ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΓΥΡΕΥΑ ΕΙΜΑΙ.»
read more “ΔΕΝ ΠΕΙΡΑΖΕΙ”

ΑΠΟΘΑΝΕΤΩ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ

Monday, June 11, 2007

Ήταν οι σκέψεις μας θολές σαν άνθιζαν τα γιασεμιά πλάι στα καλοκαίρια. Κάτι παλιές φωτογραφίες με ξεφτισμένες τις άκρες τους, θύμιζαν τις παλάμες μας νωπές να αγροικούνε τις γραμμές που θά'ρθουν να χαρακτούν,σε μακρυνά φεγγάρια. Κείνες οι μυρωδιές πού ξεχαστήκαν πάνω στις καμινάδες μιας πόλης, μέσα σε τοίχους αδειανούς απ'τη σιωπή.Κείνα τα ηλιογέρματα γιομάτα πικροδάφνες και ματωμένα γόνατα, άγουρα δάκρυα στα τυλιγάδια ενός γέλιου, κέρινες κούκλες σπασμένες με όνειρα, απόμειναν ρυτίδες στα μάτια ενός ανθρώπου.
Κι ήρθαν οι μέρες ν'ανοιχτούν οι Συμπληγάδες της ψυχής, στα ικριώματα ν'ανθίσουν λαιμητόμοι. ''Για ποιά ψυχή[;] Για ποιά ψυχή[;], πρέπει εγώ να μολογήσω, στερνό μου καλοκαίρι; ''. Μα ήσαν οι καιροί του θερισμού κι είχαν ανάγκη τις ψυχές στο μάγκανο του Άδη. Δρόμος για λυτρωμό πού σώθηκε μαζί με την ελπίδα. Καιρός γι'αλήθειες.
Γυρίσαμε τις απαλάμες μας στον ήλιο καθώς οι απόσκιοι ροδαμοί πού γλύφουν τα κεντίδια του σαν στερέψουν τ'αδράχτια τ' ουρανού. Ψαύαμε έναν καιρό γιομάτο θύμησες, αυλάκια πίσω απ'τις φλέβες της αφής, βουβά τα χάδια των παλιών.Τίποτε. Κι άλλοι σαν εμάς σαν κάτι να φωνάξανε μέσα απο τραυλίσματα και ήχους σφαγερούς. ''Κατάρα η μνημονιά των χρόνων πού περάσαν''.
Ξεσπάσαν λυγμωδοί κι ανθρώποι σκορπιστήκανε στις άκρες του ορίζοντα σαν να 'ναι το φευγιό τους λέει, μια κάποια λύση.''Δεν βαστάνε τ'ανθρώπινα δοκάρια τσεκουριές,είναι πού δεν βαστούν αλήθειες''. Κι όποιος ετόλμησε θαρείς να αντιλογήσει, μαχαίρι στα μεριά του τα χέρια των Θεών θε να το στρίψουν. Ασκέρι των θεών πικρό κι αβόλετο.
Καιρός γι'αλήθειες.
read more “ΑΠΟΘΑΝΕΤΩ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΦΥΛΛΩΝ”

ΔΙΧΩΣ

Tuesday, May 22, 2007


Σού στέλνω ένα γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσεις. Σαν εκείνα τα απομεσήμερα που ποτέ δεν αντίκρυσες στα μάτια μου.
Ναι , σού στέλνω ένα γράμμα σιωπήλο σκισμένο σε χίλια κομμάτια , μαραμένο στα συρτάρια του νόστου, αποριγμένο από τα χεριά των ανθρώπων, μαργωμένο στις βουλές των Θεών. Σάμπως να θέλησα τούτη τη νύχτα να τη μάθεις απο τα χέρια μου, που άλλος κανείς δεν στάθηκε ικανός να στη διδάξει. Τούτη τη νύχτα τη δικιά μου ξέρω πώς θα θελα να στη χαρίσω. Μονάχα πού δεν καρτεράει μουσικές ούτε μορφάζει πίσω απο παιδιάστικα γελάκια, δεν υποκρίνεται τα ερμαφρόδιτα προσωπεία των γελωτοποιών... δεν γογγύζει μέσα στα σώματα τ' ανθρωπινά τον αβάσταχτο καημό της. Είναι μια νύχτα γυμνή, μ'ακούς ; - Θέλω να μ'ακούς. Όταν υπάρχω κι όταν χάνομαι.
Σαν αρχαία χορεύτρια σ' επιτύμβιες στήλες ξεκορμίζει τον χορό της απο τις χοάνες των καιρών , κρεμάει δρεπάνια στο δώμα τ'ουρανού σπέρνει το αλυχητό της στις κορφές των βοριάδων. Κι είναι πού πια καμμιά ντροπή δεν σελαγίζει το κορμί της, σα να χαθήκανε οι ανθρώπινες ρωγμές της, τώρα που ξέρει πώς σωθήκαν τα μαχαίρια στα χέρια των ανθρώπων. Κάτι ουλές σαν φεγγίζουν πανωθέ της τα λυχνάρια τής θυμίζουν πώς Μοναχά τ'αγάλματα στις νύχτες των αιώνων κρατούν αμάραντα ροδόφυλλα στις χούφτες τους.
Ετούτες τις λιγοστές στιγμές σού γράφω, κι έπειτα λέω πώς δεν υπάρχει λυτρωμός απο τη σκέψη. Δεν θέλω να μ' ακούς , δεν θέλω να μ'ακούς , δε θέλω να ξέρεις.
Τί κι αν τη φωνή μου τη κυκλώνουν ανέμοι κάθε βράδυ , εσύ δεν θέλω να ξέρεις. Ψέμματα. Δεκάδες γράμματα , αρίθμητα ψέμματα να καρφώνουν τις στεγες των ανθρώπων να μετράω τις πληγές μου. Σ' αγαπώ και πάλι ετούτη η κραυγή δεν φτάνει σε σένα. Κάποτε στέλναν περιστέρια να κουβαλούν τις σκέψεις στα φτερά τους, κάποτε οι λύγμοι ανταμώνανε τα καλοκαίρια. Να'ναι οι καιροί δύσκολοι, λέει πώς χαθήκανε τα όπλα.
Σού γράφω λοιπόν ένα γράμμα που ποτέ δεν θα διαβάσεις και σβήνω τους πόθους με μελάνι να ξορκίσω τις σκιές που αντάμωσαν απόψε τις σκέψεις μας. Έτσι θέλω να πιστεύω. Τόσο θέλω να πονάω. Θέλω να πονάω όσο υπάρχεις, όσο υπάρχω.
Κλείνω ένα γράμμα στις χούφτες μου, ένα τόσο δα χαρτάκι. Δεν έχω παραλήπτη ακουμπισμένο στο παράθυρο να περιμένει. Πρός... Εσένα πού μπορείς ακόμη ν' αναπνέεις μακρυά μου με τη θέλησή σου, ναί με τη θέλησή σου.


Τρίτη, 22 Μαίου έτος σιωπής.

read more “ΔΙΧΩΣ”

Tuesday, May 15, 2007

ότι ιδού ο χειμών παρήλθεν, ο υετός απήλθεν, επορεύθη εαυτώ
Έλα. ο χειμώνας επέρασεν, αι βροχαί έφυγαν στον τόπον των .

'' Άσμα ασμάτων 2,11''

Σε άκουγα πάλι απόψε.
Πάλι με τούτο το καλέμι να πελεκάς το ξύλο της νύχτας.
Ξανά. Ξανά. Ξανά .
Δεν υπάρχουν λέξεις πια για σένα. Τόσες οι λέξεις που στέγνωσαν με τη ντρόπη
Αύριο πάλι.
Εσύ.
Εγώ . Ποτέ μαζί .



read more “ ”

Thursday, May 10, 2007

υ.γ Κι ανανογιέμαι πώς βαστούν οι μυώνες της ζωής δίχως εσένα. Και συλλογιέμαι τα φτερά που φυλακίζουν τις σιωπές μας. Της νύχτας καμώματα θα πείς , και θα'χεις δίκιο.
Μα είσαι σύ που νεύεις στα νυχτοσκαλίσματά μου, καλέ/ή μου [;]
read more “ ”

ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ...


''Ξυπνάω μεσάνυχτα κι ανοίγω το παράθυρο

κι αυτό που κάνω ποιός σού το'πε αδυναμία,

που λογαριάζω το μηδέν μου με το άπειρο

και βρίσκω ανάπηρο τον κόσμο στα Σημεία.''


read more “ΝΑ ΚΟΙΜΗΘΩ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ ...”

ΩΔΗ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ

Friday, May 4, 2007

'' Ξεδίπλωσε τα φοβερά σου κύματα , Ωκεανέ αποτρόπαιε, που εγώ μονάχα σ' ένιωσα και πού - να με, κοίτα- σωριάζομαι στα πόδια σου . Η μεγαλοσύνη του ανθρώπου, όχι, δεν είναι δικιά του . Είναι δανεικιά . Δεν θα μού επιβληθεί ποτέ . Εσύ μάλιστα ! Μα γιατί λοιπόν να'ρχομαι και να ξανάρχομαι χιλιάδες φορές κοντά σου, στα φιλικά σου μπράτσα που μισανοίγουνται για να χαιδέψουν το φλογισμένο μου μέτωπο και να τού σβήσουν τον πυρετό . Δεν κατέχω το κρυφό σου πεπρωμένο . Μα οτιδήποτε δικό σου με τραβάει ακαταμάχητα . ''
Comte de Lautreamont
Y.Γ Κι ας ήξερα απο πάντα πώς είσαι η θάλασσα .. Έτσι θαρρώ δεν μού' λεγες ; Τις ώρες που κορφολογούσες τις σκέψεις μου . Θυμάσαι ;
read more “ΩΔΗ ΣΤΗ ΘΑΛΑΣΣΑ”

ΚΑΛΗΜΕΡΑ ...

Thursday, May 3, 2007

Κάτι τέτοιες μέρες που με νοτίζουν με την ανάσα τους τα γιασεμιά
που με κεντάν με τα φτερά τους Μαγιάτικοι ήλιοι
έρχονται νυσταγμένες θύμησες ν'ακουμπήσουν τα φυλλωμένα βλέφαρα μου .
Κι είναι εκείνες οι ώρες που ξεχνάω πώς υπήρξε ζωή πλαγιασμένη στο φιλί σου
πως υπήρξε καιρός λιγωμένος στο κορμί σου .
Κάτι Μαγιάτικοι ήλιοι, λαμνοκόποι, να κουρνιάζουν στη καρδιά μου τέτοιες μέρες . Να μεθούν με τις ρανίδες τους τη μνήμη κι εκείνη να σωφυλιάζεται στο χώμα .
Πού να σκαλεύεις τον χειμώνα μέσα σε ηλιοτρόπια ;

Καλημέρα καρδιά μου !
read more “ΚΑΛΗΜΕΡΑ ...”

Tuesday, May 1, 2007


read more “ ”

ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΛΕΥΚΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΟΥ

Wednesday, April 25, 2007

Κρατώ πάντα ένα κυκλάμινο στη σκέψη μου για σένα . Μια μικρή δροσοσταλιά στη νεροποντή της μέρας κυλάς στο πρόσωπό μου . Κι αν είχα τη δύναμη να σε φυλάξω . Ώ, αν είχα τη δύναμη να σε βαστούν οι χούφτες μου μές τ' ακροδάχτυλά τους θ' αλάργευες τη δίψα του κορμιού μου . Πάνω στις γραμμές της απαλάμης μου εσύ , τους ροδαμούς της ζωής , τον ξυπνημό του έρωτα. Το διακαμό του θανάτου να γεννά η μορφή σου .
Να σού μιλάω , να σου μιλάω , αφησέ με .
Να σε μεθάω . Με καρπούς και γιούλια εσπερινού . Με ταξιδιάρικα πουλιά
το διάβα σου να διαφεντεύω κι έναν αποβροχάρη ήλιο να κεντάω στα μαλλιά σου , άφησέ με .
Ξέρω , ξέρω πώς ζητάω πολλά .
[Θάλασσά μου εσύ , το κορμί σου σαν θυσιάζεις στους κήπους της βροχής , μη λησμονήσεις τη νοτισμένη ανάσα μου .] ''Είμαι εγώ που σού μιλάω ...''
Άλλη φωνή δεν έσωσα να υψώσω . Άλλη κραυγή δεν θέριεψαν τα σωθικά μου .
..............................................
Κρυφά στις στέπες της νύχτας, η πιο γλυκειά αναπνοή , έσύ .
Ένα σημάδι πάνω απ' τις στέγες των ανθρώπων, μινοειδής, αμφίκυρτη εσύ.
Το χαμόγελό σου. Να ραγίζει ό, τι αγαπώ . Να σωριάζει τις νύχτες μου .
Τελικά, είσαι το πιο λευκό χρώμα της σκέψης μου ...ένα τραγούδι που πάντα τρόμαζα να γράψω .
Υ.Γ .......................
read more “ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΠΙΟ ΛΕΥΚΟ ΧΡΩΜΑ ΤΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΜΟΥ”

Monday, April 23, 2007

Υ.Γ Ένα φιλί ακόμη ένα φιλί ένα μόνο
που πιά να μήν σκεφτόμαστε την έρημο .
PAUL ELUARD
read more “ ”

LA DIRITTA VIA ERA SMARITA

Friday, April 20, 2007


Κι ύστερα τί άλλο να πώ ..

Να'ναι το φως του δειλινού που τάχα κεντάει πάνω στο κορμί μου δειλά φεγγάρια .
Εκείνη η ''αντάυγεια στο μέτωπό'' καθώς κίναγε να σβήσει ό, τι η ζωή μας χάραξε τα περασμένα καλοκαίρια . Μη λησμονάς τα καλοκαίρια . Είναι ότι απόμεινε στο στήθος μου μαζί με την αρμύρα της αφής σου . Κείνες οι αχνές ανάσες που πάλευαν μέσα στην αγγαλιά της νύχτας , θυμώνιαζαν αστέρια στους ουράνιους κήπους θαρρώντας πως θα ξεπλύνουν τη ντροπή . Το χέρι μου να ψαχουλεύει στο λυκαυγές των φύλλων ρινύσματα σιωπής . Ξέραμε , μα ήσαν οι λέξεις πράξεις στα δεσμά τους . Ζητάγαμε να ψηλαφήσουμε τη ζωή μα ήσαν τα δάχτυλα κομμένα απο τ'αδράχτι του καιρού .

Θυμήθηκα τον σκονισμένο ήλιο που κράταγες στις χούφτες σου . Το σκουριασμένο κρεκέλι στην πλώρη τ' ουρανού που γύρεψες ν'αδράξεις . Κι είπα πως η στιγμή αθανατίζει το χρόνο . Πως ο νεκρός επιτάφιος θρήνος αντήχησε στό ψήλωμα της μέρας . Καιρός για το μαχαίρι και το φόνο . Καρτερούσα το πριν . Γύρευα το νοτισμένο χώμα , το πέταγμα των πουλιών πάνω στα κεραμόσπιτα καταπώς αλαργεύουν προς το νότο .

Ώσπου όλα γινήκανε κατα τα γραφούμενα , κείνα που σπέρνουνε το χώμα και τη σκέψη των σαλών . Κι ήρθε οργή που ράγισε τα ανθογυάλια της αλήθειας , κι ήρθανε μέρες που κήδεψαν τις νύχτες της ντροπής . Τίποτε άλλο δεν έμεινε να ροκανίζει το ξύλο της ψυχής μας . Μονάχα σκορπισμένα αποκαίδια να μάς θυμίζουν πως κάποτε σε τούτα εδώ τα περιγυάλια στηθήκανε φωτιές στο γέρμα του καλοκαιριού . Ανθίσαν μυγδαλιές στο έλος των χειμώνων .
.............................................................................
...............................................................................
...................................................................................
read more “LA DIRITTA VIA ERA SMARITA”

ΦΥΓΗ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Wednesday, April 18, 2007

Δεν ήταν άλλη η αγάπη μας
έφευγε ξαναγύριζε και μας έφερνε
ένα χαμηλωμένο βλέφαρο πολύ μακρινό
ένα χαμόγελο μαρμαρωμένο, χαμένο
μέσα στο πρωινό χορτάρι
ένα παράξενο κοχύλι που δοκίμαζε
να το εξηγήσει επίμονα η ψυχή μας .
Η αγάπη μας δεν ήταν άλλη ψηλαφούσε
σιγά μέσα στα πράγματα που μάς τριγύριζαν
να εξηγήσει γιατί δεν θέλουμε να πεθάνουμε
με τόσο πάθος .
Κι αν κρατηθήκαμε απο λαγόνια κι αν αγκαλιάσαμε
μ'όλη τη δύναμή μας άλλους αυχένες
κι αν σμίξαμε την ανάσα μας με την ανάσα
εκείνου του ανθρώπου
κι αν κλείσαμε τα μάτια μας, δεν ήταν άλλη
μονάχα αυτός ο βαθύτερος καημός να κρατηθούμε
μεσα στη φυγή .

Υ.Γ Καληνύχτα, κι ας μην ήσουν ποτέ εδώ .
read more “ΦΥΓΗ - ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ”

ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ ;

Monday, April 16, 2007


Πόσα λόγια σκάλισα στη ψυχή μου εκείνες τις μέρες . Τίποτε δεν απόμεινε . Λες και τα σκόρπισε η φυγή μου στους ανέμους . Μια λέξη δεν πρόλαβα να πώ . Γαμημένος εγωισμός . Κι είπα πως τον πέθανα πριν χρόνια , πως τον λάβωσαν οι σαγιτιές μου . Δε βάριέσαι , είναι που οι πληγές σαν τους στρεψεις τη πλάτη αφορμίζουν . Ποτέ μου δεν χώνεψα τους γιατρούς . - Μια λέξη , τόσο δά - .
Σαν τις παλιές ιταλιάνικές ταινίες , με κείνες τις μαύρες χαρακωσιές πάνω στο ασπρόμαυρο πανί να σού θυμίζουν το πάλεμα του χρόνου . Λίγο πριν ... λίγο προτού κεντήσει το δάκρυ την οθόνη [ = σεντόνι] , Εκείνη να αντιμάχεται την αρχή του τέλους κι Εκείνος να σέρνει τον καημό του πίσω απο ιδανικά, ιταλιάνικα όνειρα . Σαν ήμουν μικρή θαρρούσα πως το ασπρόμαυρο που συννεφιαζε τα μάτια μου πίσω απο τα σεντόνια του σινεμά ήταν το χρωμα μιας αλλοτινής εποχής . Μόλις γεννήθηκα , σκεφτόμουνα , θα γινήκανε τα βουνά χωμάτινα και τα χείλη πορφύρεψαν τον κόσμο . Λάτρευα , θυμάμαι τα μελανείμονα χείλη , τα άχρωμα , τα πελιδνά κι έλεγα πως σαν μεγαλώσω κοκκινάδι τα δικά μου δεν θ' αφήσω να γευτούν . Κάθε φορά που τρέμω απ' το κρύο , τα χείλη μου λησμονούν το ροδαλό τους χρώμα . Πώς αναχαράζει στη ψυχή μου τότε ...

''IL FINE '' . Είδα τότε τους τίτλους να σταλάζουν σα θαμπή ανοιξιάτικη βροχή , μα κάπου θα μού παράπεσε η λέξη γιατί δεν θυμάμαι να πρόλαβα να την ξεστομίσω . Δυο φωνές ανασκαλεύει ο νους μου απο κείνη τη νύχτα , μιαν αμάχη βουβή , μια φτωχή καληνύχτα . Και μέσα μου να σαλεύει η κραυγή , που μήνες τώρα κατόρθωνα να σαβανώνω . Δεν στάθηκε βολετό να θάψω τον λυγμό της. Γαμημένος εγωισμός . Κι έπειτα να παλεύω να θυμηθώ αν το δα στ' όνειρό μου . Ξέρεις , σε είδα πάλι στ' όνειρό μου μα δεν θα το μάθεις ποτέ . Είναι αργά για όνειρα ,καλέ/ή μου . Μόνο κάτι παλιά ασπρόμαυρα φιλμάκια αργοπεθαίνουν στα μάτια μου μπροστά . Ναί , ξέρω είναι αργά για ν' αναστήσουμε τις αναμνήσεις .

Μα είναι , τάχα , αργά για να πούμε Αντίο ;
read more “ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΝΑ ΠΟΥΜΕ ΑΝΤΙΟ ;”

Sunday, April 15, 2007

[Ολέσας απο πάντας εταίρους ]


Υ.γ θα χάσεις όλους τους συντρόφους
read more “ ”

ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ ΠΑΛΙ, ΣΩΣΤΑ ;

Saturday, April 14, 2007

3 μέρες τώρα να μαδάω
τη σιωπή.
3 μέρες να κεντάω στη δορά των ερώτων αποτσιγάρα .
Σιχάθηκα .
- Μ' αγαπάς ;
- ...... Εγώ ......
- ?
- Κοίτα , τους ερωδιούς στα δέντρα . Ονειρεύονται απόψε .
Να' ναι τάχα νεκρά τα ονειρά τους ;
Τα χέρια μου γιόμισαν τη μυρουδιά σου . Θειάφι .
Δεν ακούς πάλι , σωστά ;
read more “ΔΕΝ ΑΚΟΥΣ ΠΑΛΙ, ΣΩΣΤΑ ;”
Μια χούφτα ρόδα
πόθησα
ριγμένα στη ποδιά σου ,
τούτα βαμμένα
απο τα χείλη σου
βγαλμένα απ' την καρδιά σου .

Ε, ποιητή, τα ρόδα σου μαράθηκαν
τα ξόμπλια τους ξεμείναν
κάμε τα ρόδα ν' ανθιστούν
το χώμα να τρανέψει
κι ύστερα βάλε τη καρδιά στη γη για να θεριέψει .
Μην είν αργά για σε το όργωμα ,
βιάσου,
το μάργωμα του Κρόνου ,
θαρρώ θα σε προφτάσει .
read more “ ”

ΘΥΜΑΣΑΙ ;


Παρασκευή βράδυ κι εσύ να θεριεύεις τη σκέψη μου . Μα πώς ανοηταίνει ο πόνος ; Κι ύστερα ολότελα πώς γίνεται μικρός , αχνόφεγγο αστέρι μέσα στον ουρανό των ανθρώπων ;
Κι έπειτα σαν ήρθε το μεσημέρι σκάλισε με το αχόρταγο μολυβένιο κοντύλι της δυο γράμμες και πήρε λέει να ζωγραφίζει τον άνθρωπο .
'' Τί είναι τούτες οι γραμμές ; '', της είπε .
'' Ώ, μα βέβαια ο άνθρωπος ''.
'' Και τούτο παρέκει ;''
'' Η καρδιά του'', '' .. μα τίποτε δεν βλέπεις ;
'' Είναι μια κουκίδα σε λευκό χαρτί . Κάποιο λάθος θα κάνεις ..
''Είναι μια σπίθα σε στέρφα γη '', απάντησε .'' Και σαν θέλει, θαρρώ πως γίνεται κύκλος . Ένας κύκλος απο κιμωλία . Ένας κύκλος που ξανοίγει τις ακτίνες του και που το θάμα του ομοιάζει του ήλιου . Κι είναι όλο φωτιά τα μάτια του κι είναι όλο καλοκαίρι η μυρωδιά του . Σα θέλει ...
Μα είναι τώρα δα κουκίδα . Τί έχει χρόνους πολλούς να αρχοντέψει το θωρί του . Πια κύκλος δεν μού'γινε . Είπα πώς φταίει τάχα το μολύβι . Να'χα μόνο έναν χρωστήρα , θα ζωγράφιζα κύκλους πάνω στο χαρτί σαν εκείνους τους ομόκεντρους στα νερά της λίμνης εχθές . Θυμάσαι ; Την πέτρα .. Θυμάσαι ; Μέσα στον κύκλο, την πέτρα, λέω , μέσα στο νερό . Την πέτρα μέσα στον κύκλο . Να' ναι του Θεού καμώματα λες ;
'' Ποιά ;''
'' Να βάζει στις χούφτες των ανθρώπων πετρόβολα . Να χτυπούν οι πέτρες τους κύκλους στη λίμνη ... τους κύκλους .. οι πέτρες.
'' Ναι , μα οι κουκίδες δεν λυγάνε στον κίνδυνο . Καλύτερα κουκίδα παρα κύκλος . Στο χαρτί , στη λίμνη , στον ουρανό , στα κύματα ..''
'' Πινέλο . Κοντύλι . Κόψε το χέρι του Θεού . Απόψε θέλω να ' μαι κύκλος . Ένας κύκλος λευκός , όχι πάνω σε χαρτί . Στη θάλασσα των ανθρώπων , μονάχα θέλω, κείνων που πετούν πετρόβολα κι αντηλαρίζουν
τα
νερά της λίμνης .
read more “ΘΥΜΑΣΑΙ ;”

ΕΣΥ .

Saturday, March 31, 2007

Εσύ τιμιε αναγνώστη σαν έρθεις να ξαποστάσεις σε τούτες τις γραμμές κοίτα να λερώσεις τα χέρια σου με χώμα ερωδινό . Τα μάτια σου πύρινες φλόγες να αναβρύζουν και κοίτα να καρφώσεις στα μαλλιά σου τα χτένια της φωτιάς . Να'ναι οι χούφτες σου γροθιές , με αίμα να σταλάζουν , να' ναι της νιότης σου ο θυμός πικρός σαν τ'ασφοδίλια . Να με θωρείς στα μάτια . Το χωματένιο σου πάλεμα να αντιλαρύσει στις κορφές , να με μισείς μα να το λες . Θέλω έναν άνθρωπο γυμνό . Χωρίς ξέφτια στο κορμί του . Να'ναι βροντόκορμος στης γης το οχλοστάσι . Να'ναι μισάνθρωπος και να θαμάζει το θωρί του . Και να σκορπα ρινύσματα αλήθειας στο διάβα του . Δίχως χρώματα , δίχως τα ξόμπλια μιας χοικής επίφασης . Με κείνο το δωρικό κάλεσμα να καρτεράει το γέρμα της ημέρας . Να ακουμπά το στήθος του στη πρύμνη των ανέμων . Ορθός στα σκέλια του φόβου, ορθός στις μνήμες των καιρών . Αυτό καρτεράω απο σένα . Κι είναι αργό το χάραγμα της πεθυμιάς μου .
read more “ΕΣΥ .”
 
Google Analytics Alternative